Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Ο ποιητής Κωνσταντίνος Θεοτόκης

Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης  γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου του 1872  και είναι πολύ γνωστός στους αναγνώστες κυρίως για το πεζογραφικό του έργο όπως Η τιμή και το χρήμα, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, Ο κατάδικος, Οι σκλάβοι στα δεσμά τους. Το μεταφραστικό του έργο είναι επίσης πολύ σημαντικό και ογκώδες. Μετέφρασε Οράτιο, Βιργίλιο, Λουκρήτιο, Πίνδαρο Σαίξπηρ, Γκαίτε, Φλωμπέρ, Σίλλερ ακόμα και αποσπάσματα της ινδικής λογοτεχνίας.
Ο Θεοτόκης όμως ήταν και ποιητής. Συνέθεσε σονέτα , τα περισσότερα από αυτά την περίοδο 1914 - 1920. Είναι μάλιστα ο μόνος Έλληνας ποιητής που έγραψε αποκλειστικά και μόνο σονέτα.
Σχεδόν όλα τα ποιήματα του είναι ερωτικά και τα περισσότερα εκφράζουν έναν απελπισμένο και ανεκπλήρωτο έρωτα που φθάνει μέχρι το θάνατο. Η ποίηση ήταν γι' αυτόν καταφύγιο, φάρμακο και λύτρωση από το ψυχικό μαρτύριο του έρωτά του.
Τα σονέτα του θεωρούνται άψογα από τεχνική άποψη. Είναι  άμεσα , βιωματικά και ανθρώπινα. Ο Θεοτόκης εκφράζει με αισθαντικό , συγκινητικό και πολλές φορές συγκλονιστικό τρόπο τα συναισθήματα του χωρίς φτηνό αισθηματισμό. Τα ποιήματα του γεννήθηκαν από την ψυχή του και την εκφράζουν με χάρη , δύναμη και ευγένεια

 Σονέτο αρ.5
Το σπάνιο μπλάβο ρόδο που μπροστά σου
    Στην ερμιά, μες στ' αγκάθια του κλεισμένο
    Το είδες, φαινότουν να σου λέει: " Προσμένω
 Τ' άσπρο σου χέρι να με κόψει. Στάσου!"
Το τήραξες, κυρά, κι ολόγυρά σου
    Τ' άχραντο βλέμμα ρίχνεις το βλοημένο
     Κι όλο τον κάμπο βλέπεις ανθισμένο
- Γεννά λουλούδια η γη για τη χαρά σου -
Και παίρνεις από τούτα και τ' αφήνεις,
      Γιατί φοβάσαι μήπως σ' αγκυλώσει
Μονάχα ακόμη μια ματιά του δίνεις
      - Πόνος αψύς μπορεί να σε λιγώσει -
Πέρα στο λόγγο η ροδαριά εξεράθη:
Καημένο μπλάβο ρόδο που εμαράθη!
                                                  
Σονέτο αρ.7
Τραγούδα, ψάλλε, πάλι στο προστάζει
       Κι ας τήζεσαι κι ας λιώνεις απ' τη θλίψη
       Με μια γλυκειά ματιά θα σ' ανταμείψει
Που αχ! πλιο πικρό θα κάνει το μαράζι.
Κι αν υποφέρεις τόσο τι πειράζει
       Τι πειράζει αν το πάθος σε συντρίψει
       Δεν πρέπει το τραγούδι να της λείψει
Θέλει με σε η κυρά να διασκεδάζει!
Κι ύμνο ποτέ χαράς δεν θα τονίσει
      Η λύρα μου που αδιάκοπα την κρούω
Τέτοια κυρά γιατί θα μ' αγαπήσει;
       Ευτυχισμένους άλλους θε ν' ακούω
Πικρό για με κι η αγάπη είναι μαρτύριο
Μυστήριο είναι όλα κι ο έρωτας μυστήριο.
                                                     
Σονέτο αρ.17
Όλο μου λέει ο νους, γιατρέψου Ντίνο
     Το πάθος που σ' αρρώστηε λησμόνει
      Συντρίβει την καρδιά του όποιος πεισμώνει
Τρελέ τι περιμένεις από κείνο.
Και του απαντώ σαν ξένος και του κρίνω
       Μου είναι γλυκά τα βάσανα κι οι πόνοι
       Κι η θλίψη κι ο καημός που με λιγώνει
Για το κορμί της το άσπρο σαν το κρίνο.
Και γιατρειά δεν θέλω, κι όσο μένει
Στα στήθη μου η πνοή, θα το θερμαίνει
        Αγάπη και λατρεία τόσο μεγάλη
Που ίσως κι αυτή μια μέρα ερωτεμένη
        Θ' αψηφήσει τα τόσα της τα κάλλη
        Και θα μ' έχει όλη νύχτα στην αγκάλη.
                                                             
 Σονέτο αρ.49
Φτωχοί πικροί μου στίχοι που εσείς μόνοι
       Λόγια γλυκά μπορείτε να της λέτε
       Και τον χαμένον Έρωτα να κλαίτε
Αφού δε θέλει πια να με σιμώνει,
Πείτε της πως, σαν με σφυρί στ' αμόνι 
       Η θλίψη της αγάπης που χαλιέται
       Ενώ η ζωή μαζί δεν καταλύεται
Την καρδιά μου βαρεί και τη ζυμώνει.
Κι ύμνοι γενείτε ταπεινοί σιμά της
      Και λέγετέ της στην καλή την ώρα
Πως ευλογώ τον πόνο στ' όνομά της
      Κι η συντριβή μου η ανέλπιδα ( ω συχώρα,
Κυρά, να σε λατρεύω) δεν με κάνει
Να θέλω η λησμονιά να τον γλυκάνει
                                   
 Σονέτο αρ.69
Είναι στιγμές που την καρδιά μου ανοίγει
     Πικρό, βαρύ, θανατερό μαράζι
     Μεσάνυχτου σκοτάδι την αδράζει
Κι η ζοφερή μαυρίλα λέω την πνίγει
Κι όξω ευλογία Θεού! στο φως τυλίγει
     Τα πάντα ο ήλιος και θερμά αγκαλιάζει
     Τη γη που απ' τα φιλιά του αναγαλλιάζει
Και στη χαρά της χάρη η γλύκα σμίγει
Να βρω ησυχία στου χάρου την αγκάλη
      Ο πόθος τότε φλογερός με σπρώχνει.
Κι η γλυκειά σου η λαλιά και τ' αργυρό σου
Το γέλιο που τ' ακούν μαζί μου κι άλλοι
      Κι η αγγελική ματιά σου που με διώχνει
Μου λεν νομίζω σπλαχνικά: νεκρώσου.




Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Τα Σονέτα, Εισαγωγή - Επιμέλεια: Ορέστης Αλεξάκης, Ωκεανίδα 1999

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :