Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Αυγινό προαίσθημα

" Καμιά φορά τυχαίνει να ξυπνάς μ' ένα προαίσθημα μακρινής ευτυχίας ή επιτυχίας, τρίβεις τα μάτια σου, κοιτάς το παράθυρο, ψάχνεις για κάτι που να επαληθεύει το προαίσθημά σου. Το φως είναι απαλό και σοβαρό. Δε σού είχε υποσχεθεί τίποτα. Δεν σού επιτρέπεις να το ανακρίνεις. Γυρίζει απ' το γαλάζιο στο ρόδινο κι ύστερα στο χρυσό. Κάτω απ΄τα όμορφα χρώματα μαντεύεις το πλατύ κενό που δεν επικυρώνει τις καλές σου διαθέσεις. Ανοίγεις διάπλατα το παράθυρο. Ήλιος. Οικιακός ουρανός. Κι ένα μικρό σύννεφο άσπρο. Ίσως αυτό. Πλένομαι βιαστικά για να προφτάσω κάτι, δεν ξέρω τι. Και το νερό, τόσο δροσερό, συνεργατικό, δίνει ένα επιχείρημα στην αναμονή μου. Ψήνω τον καφέ μου` είμαι ευχαριστημένος από τον ευατό μου` νοικοκυράκος, αυτεξούσιος κι ομορφούλης. Το επιβεβαιώνει ο καθρέφτης. Πίνω τον καφέ μου όρθιος μπροστά στον καθρέφτη. Ανάβω και τσιγάρο. Όλα είναι όμορφα, το φως, ο καπνός, το τραπέζι με τα χαρτιά μου, το στιλό μου, που χτες βράδυ, τελειώνοντας κάποιο γραφτό μου, δεν άντεξα, το φίλησα. Αν χτενιστώ, θα γίνουν ακόμη πιο όμορφα. Γιατί πάντα υπάρχουν και δυο και πέντε και δέκα βαθμοί παραπάνου. Όπως και τα παπούτσια σου, απ' τα βρεφικά ως τα αντρικά, χρόνο με το χρόνο μεγαλώνουν τα νούμερα ώσπου να φτάσουν το 40 ή 42, το πολύ 44, και τότε σταματάνε. Αυτό το σταμάτημα δείχνει πως αρχίζεις πια να γερνάς. Όμως τα ωραία πράματα, όπως οι ζωγραφιές, τα ποιήματα, τ' αγάλματα, ποτέ δεν γερνάνε, άρα δεν σταματάνε να προσθέτονται βαθμοί παραπάνου και παραπάνου. Να, λοιπόν, που' χε δίκιο πρωί πρωί  κείνο το προαίσθημα. Κι είμαι βέβαιος πως η τριανταφυλλιά του Αριόστου κάπου θα υπάρχει ακόμα, σ'έναν κηπάκο, σε μιαν αυλή, γιατί εκείνη η όμορφη μονοκατοικία, με το πηγάδι, τις δυο κυδωνιές, το δεντρολίβανο, τη μια γαζία, δόθηκε με αντιπαροχή, και τώρα στη θέση της στάθηκαν πέντε πατώματα τσιμέντο. Όμως οι τριανταφυλλιές φεύγουν μαζί με τις πεταλούδες και τις μέλισσες, βρίσκουν κάποια γωνιά ν' αράξουν, να πουν τα χαιρετίσματά τους και να θυμιάσουν ένα εαρινό δειλινό και τη μνήμη. Κι όταν λέμε " θυμάμαι" αυτό που θυμόμαστε δεν έχει χαθεί, όπως τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων ή τα άλλα του Παραδείσου..."(απόσπασμα)

Γιάννης Ρίτσος,  Όχι μονάχα για σένα (Μυθιστόρημα) , Κέδρος, Αθήνα 1985, 2η έκδοση

Δεν υπάρχουν σχόλια :