Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Γιάννης Ρίτσος, Μέτρησε τον ουρανό με τις παλάμες του…

Ο Γιάννης Ρίτσος στο μπαλκόνι του πατρικού σπιτιού (1984)

 Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Το 1984, γιορτάστηκαν τα 75 χρόνια του Γιάννη Ρίτσου. Τότε το εκδοτικό του «Οδηγητή» παρουσίασε το βιβλίο της Ευτυχίας Καρύδη «Φυλλομετρώντας σελίδες του Ρίτσου». Ο σκοπός της έκδοσης ήταν να βοηθήσει τους αναγνώστες και κυρίως εκείνους που δεν είχαν ιδιαίτερη σχέση με την ποίηση να ανακαλύψουν το έργο του Γιάννη Ρίτσου, την εποχή μέσα στην οποία γεννήθηκε η ποίησή του αλλά και  τον άνθρωπο – αγωνιστή.
Η ιδέα γι’ αυτή την έκδοση γεννήθηκε από το ερώτημα αν και σε ποιο βαθμό το έργο του Ρίτσου, εκτός από τη Ρωμιοσύνη και τον Επιτάφιο, είναι γνωστό στο πλατύ κοινό.
Το βιβλίο αποτελείται από έντεκα κεφάλαια τα οποία παρουσιάζουν τον άνθρωπο, τον δημιουργό και τον αγωνιστή στηριζόμενα σε μια συλλογή ποιημάτων του, σε ένα στίχο, σε μια επισήμανση ή πράξη του, αλλά και σε αποσπάσματα μελετών για το έργο του ή μαρτυρίες.
Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το πρώτο κεφάλαιο καθώς αυτό αρχίζει με τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου, την Πρωτομαγιά του 1909:

ritsos30b
                                                 Οικογένεια Ρίτσου
Στο κάστρο οι τουφεκιές κανένα δε φοβήσαν. Μαθημένοι ήσαν; Την ανάγκη είχαν κάνει κουράγιο; Ποιος το ξέρει! Μα και ποιος να τολμήσει να ρωτήσει; Οι Ρίτσοι είχανε χιλιάδες στρέμματα στη γύρω περιοχή. Την όριζαν μαζί με τους Καπιτσήνηδες, το άλλο τζάκι της Μονεμβασιάς. Πλήθος οι άνθρωποι στη δούλεψή τους, εκατό οικογένειες, και βάλε, ζούσαν για το μεγάλο σόι των Ρίτσων. Ο βράχος μόνο, άνυδρος, σκληρός, που’ ξερε και μπορούσε, το διαλάλησε…Ξημέρωνε Πρωτομαγιά του 1909.
[Ξυπνάω έντρομη με στριγγλιές από τους κρότους του πιστολιού του πατέρα. Έριχνε στον αέρα από το μπαλκόνι μας και ξύπνησε όλη τη Μονεμβάσια. Χαιρετούσε τη γέννηση του δεύτερου γιού του. « Ρίξτε τουφέκια ν’ ακουστεί: γεννήθη κανακάρης»(…) Έχουν, νομίζω, σημασία οι αντιδράσεις του πατέρα στη γέννηση τη δική μου και του Γιάννη(…) Έτσι ένοιωσε, μη κάνοντας εξαίρεση στη μανιάτικη αντίληψη, που έβλεπε τα θηλυκά κακοτυχιά(…) Ναι, εκείνα τα ξημερώματα γεννήθηκε ο Γιάννης Ρίτσος, ο ποιητής. Τρέχει η νταντά μου, η κυρά Σοφία, να με καθησυχάσει…Με σηκώνει αγκαλιά της και με πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα της μάνας μου. Αφού με χάιδεψε και με φίλησε, μου έδειξε μέσα στην κούνια ένα μωράκι. « Βλέπεις, μου είπε, (…) εσύ θα το νανουρίζεις. Για σένα γίνονται όλα τούτα κι εσύ φοβήθηκες;»(…) Κι έτσι, σαν παραμάνα ένιωθα για το Γιάννη μας. Σ΄όλα τα χρόνια, σε όλη μου τη ζωή». ( « Τα παιδικά χρόνια του αδελφού μου Γιάννη Ρίτσου», Λούλας Ρίτσου – Γλέζου , σελ. 19 – 21).]
Μετράει τον ουρανό με τις παλάμες

( « Το τραγούδι της αδελφής μου»)

Γιατί παραμάνα; Είναι λίγο αδελφή;
Έμειναν μόνοι. Η μεγαλύτερη κόρη, η Νίνα, παντρεύτηκε κι έφυγε για την πρωτεύουσα. Τα σπίτια με τα κελάρια χάθηκαν, ο πατέρας χρεωκόπησε. Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Μίμης, εκείνος που τον ονειρεύτηκαν αξιωματικό του Ναυτικού, πεθαίνει από φυματίωση. Η μάνα από την ίδια αρρώστια.
Στην αρχή, ζουν στο Γύθειο για να τελειώσουν το Γυμνάσιο κι ύστερα έρχονται στην Αθήνα για το Πανεπιστήμιο. Ψάχνουν για δουλιά. Ο Ρίτσος δουλεύει σα δακτυλογράφος σ’ ένα δικηγορικό γραφείο, σαν υπάλληλος σ’ ένα συμβολαιογραφείο και σαν καλλιγράφος για διπλώματα της Νομικής Σχολής. Ακόμα και την καλλιγραφία την αξιοποίησε. Μέχρι σήμερα τα χειρόγραφά του είναι σαν έργα βυζαντινά.
Δύσκολοι οι καιροί: η μικρασιατική καταστροφή, ο τόπος ανάστατος απ’ άκρη σ’ άκρη. Ανεργία, πληθωρισμός και μιζέρια. Αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα στους βενιζελικούς και τους βασιλικούς, ενώ δειλά, αλλά σταθερά έχει αρχίσει να προβάλει στην πολιτική ζωή της χώρας το προλεταριάτο με την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Μια νέα ελπίδα για τις χιλιάδες των εργαζομένων γεννιέται και η οργανωμένη πάλη της εργατικής τάξης δίνει διέξοδο σε πολλά προβλήματα, λύνει μερικά απ’ αυτά. Ο λαός αρχίζει ν’ αναπνέει με μεγαλύτερη αισιοδοξία, καθώς στον παγκόσμιο στίβο ιδρύεται το πρώτο κράτος της εργατικής τάξης, στη χώρα των Σοβιέτ. Τα μάτια προσηλώνονται στην ΕΣΣΔ. Ο μαρξισμός – λενινισμός κατακτάει ολοένα και περισσότερα μυαλά και συνειδήσεις.
Ωστόσο η Αθήνα είναι μια μεγάλη πολιτεία, που γυρεύει ολοένα λεφτά. Εκείνη, για τη μάχη της επιβίωσης ποτέ δεν απελπίστηκε. Έτρεχε, σπούδαζε, δούλευε. Στα τελευταία, έφυγε στην Αμερική, κάνοντας ένα γάμο, που ποτέ δεν το θέλησε, για να γλιτώσει από τη φτώχεια. Να βοηθήσει και τον αδελφό, που δεν μπορούσε να δουλέψει γιατί στο μεταξύ, είχε προσβληθεί από τη φυματίωση.
[Βρισκόμαστε στο χειμώνα του 1926, δεν μπορώ να προσδιορίσω μήνα και μέρα. Όταν, ξυπνάω ανήσυχη ένα πρωινό(…) Ο Γιάννης γερμένος στο παλιό λαβομάνο του δωματίου μας, η λεκάνη κατακόκκινη(…) Είχε κάνει αιμόπτυση(…)Δεν μπορούσε να μιλήσει(…) Το στόμα του γεμάτο αίματα.
Είχε φοβηθεί και εγώ περισσότερο. Ταραχτήκαμε. Ότι πάει, τρίτωσε το κακό στην οικογένειά μας. Τον σκούπισα και τον έπλυνα, ξάπλωσε στο κρεβάτι. Τρέχω και παίρνω τους δρόμους κατά την Ομόνοια. Γιατρό, πού να βρω γιατρό…Φτάνω στην πλατεία Ομονοίας. Είχε ξημερώσει. Άρχιζε η πρωινή κίνηση στους δρόμους και ποιον να βρω…Θυμόμουνα ότι αρχές Αγίου Κωνσταντίνου είχε το ιατρείο του ένας πατριώτης μας. Ρωτώντας δεξιά κι αριστερά, βρίσκω το σπίτι και το ιατρείο.
Ξαφνιάστηκε πολύ με το αναπάντεχο του Γιάννη. Τον παρακαλώ να έρθει γρήγορα να τον δει…Έρχεται ο καλός μας Κουμουτσάκος και κάνει εξέταση. Τον βρίσκει πολύ αδύνατο, διατάζει ανάπαυση, καλή τροφή και ηρεμία. Μας καθησύχασε ότι δεν πρέπει να ανησυχούμε άδικα. Μάλλον ήταν κάτι περιστασιακό. Το ζήτημα είναι να μην έχουμε δεύτερη αιμόπτυση… Έφυγε, (…) ήταν της γνώμης πως ο Γιάννης θα έπρεπε να πήγαινε στη Μονεμβάσια. Βέβαια  το κλίμα, σαν παραθαλάσσιο, δεν ήταν κατάλληλο, αλλά το πρώτο που είχε ανάγκη ο Γιάννης, μας είπε, είναι ανανέωση, εξοχή, συντροφιά και περιποίηση. Πού να ήξερε ο καημένος….( στο ίδιο, σελ. 85- 86)]
Σχεδόν κανένας δεν ήξερε από τους γνωστούς ποια ήταν η οικονομική κατάστασή τους. Κράτησαν με αξιοπρέπεια το στόμα ραμμένο, ακόμα κι όταν έμεναν μόνοι τους Χριστούγεννα. Μια κάποια βοήθεια είχαν από το θείο Λεωνίδα, αδελφό της μάνας τους, που βρισκόταν στο εξωτερικό. Τι να πρωτοκάνει όμως κι αυτός; Σύνδραμε όσο μπόρεσε και στα τελευταία μια μικρή κληρονομιά που άφησε ήταν και το «λαχείο», για να αποχτήσει ο ποιητής ένα διαμερισματάκι. Εκεί που μένει μέχρι σήμερα!
Μετά από λίγον καιρό, ο νεαρός Ρίτσος φεύγει για τη Μονεμβάσια, στην αρχή μένει σ’ ένα παλιό ξενοδοχείο κι αργότερα, για να τρώει περισσότερο, θα μένει στο χαγιάτι του ερημωμένου πατρικού σπιτιού. Κοιμόταν σε μια γωνιά που’ ταν στεγασμένη με κεραμίδια, γιατί όλο το υπόλοιπο «δωμάτιο – χαγιάτι ανάρρωσης» ήταν ανοικτό απ’ όλες τις πάντες. Και τι τον ενδιέφερε; Έβαλε κι ένα τραπεζάκι στην άλλη μεριά, κι έγραφε, και διάβαζε, από ξημέρωμα κι ώσπου να πέσει ο ήλιος.
Η αδελφή του αποφασίζει, παρ΄όλα τα έξοδα, ένα ταξίδι κοντά του.

[Ευτυχώς τον βρήκα καλύτερα στην υγεία του – ούτε βήχας, ούτε πυρετός. Στο σπίτι μας δεν έμπαινε, παρά ελάχιστες φορές, κλεφτά και σαν ξένος, και πάντοτε με το φως της μέρας. « Και τα βράδυα, πας πουθενά;» « έχω δουλειές. Μετράω τον ουρανό με τις παλάμες μου…( Στο ίδιο σελ.89)]
Μέτρησε τον ουρανό με τις παλάμες του και δεν τον άφησε από τότε να του ξεφύγει. Δεν ξέφυγε όμως κι από την αρρώστεια. Όταν επιστρέφει στην Αθήνα το 1927, θα μπει στη Σωτηρία. Στο σανατόριο θα ολοκληρώσει τη συλλογή «Στο παλιό μας σπίτι», που είχε αρχίσει να γράφει την προηγούμενη χρονιά στη Μονεμβάσια. Η συλλογή ποτέ δεν εκδόθηκε ολόκληρη. Τα χειρόγραφα καταστράφηκαν μαζί με άλλα έργα του, – και δεν ήταν λίγα, – με τα Δεκεμβριανά, το 1944. Ορισμένα μόνο ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο Φιλολογικό περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας. (« Παλιά κιθάρα», «Πόσα παράπονα», «Στον κήπο», «Νοσταλγία» ) με το ψευδώνυμο ΡΙΤ…ΣΑΣ.

ritsos30c


Ζεστασιά για τις νεανικές, φορτωμένες από την κακοδαιμονία, πλάτες του, είναι η γνωριμία του μέσα στους θαλάμους της Σωτηρίας, με τη Μαρία Πολυδούρη. Η αδικοχαμένη τρυφερή ποιήτρια θα γράψει το ποίημα «Θυσία», «αφιερωμένο στον κ. Γιάννη Ρίτσο».

«Καρδιά μου, τούτη η ώρα εδώ που εστάθη
με μια δεσποτικιά γαλήνη, κάτι
έχει βαρύ, μ’ αγγίζει σαν το μάτι
του άγριου μοιραίου που λάθεψα πώς χάθη.

(…)
   Κύτταξε το βραδάκι αυτό που κλείνει
τόση γαλήνη κι όταν αντικρύζη
τον κάμπο είναι σα χάδι, δε δροσίζει
όμως μια νοσταλγία μέσα μας χύνει

(…)
   Λουλούδι που το φως σ’ είχε αγαπήσει
έμεινες μονάχα με τη λαχτάρα,
που αργά γίνηκε φλόγα και κατάρα
τίποτε πια ‘ πο σε να μην αφήση.

   Είδα το φως αυτό να λιγοστεύη
τότε και σένα αγάλια να χλωμαίνης
Σούειπα. Θυμάσαι; Πρέπει να υπομένης
και σούδειξα τη σκέψη που πιστεύει…»


Τι να πρωτοϋπομείνει, και πόσο; Αυτή την ερώτηση ποτέ δεν την έβαλε στον εαυτό του. Κι αντί να υπομένει παθητικά, επέμενε ενεργητικά. Όταν βρίσκεται στα «Άσυλα Φυματικών», στην Καψαλώνα και στον Αη Γιάννη Κρήτης, -Σεπτέμβρης 1930 – Οχτώβρης 1931, – δημοσιεύει, στον «Παρατηρητή» Χανίων, με το γενικό τίτλο «Από το ημερολόγιο ενός φθισικού», μια σειρά πεζά, υπογράφοντας Ι.Ρ. Η κοινή γνώμη επηρεάζεται και ξεσηκώνεται για την απαράδεκτη και ζοφερή κατάσταση που επικρατεί στα υποτιθέμενα θεραπευτήρια. Θάλαμοι αχούρια, με κατσαρίδες και αφόρητη βρώμα, ταβάνια που στάζουν. Έτσι εννοούσαν την περίθαλψη του λαού οι κυβερνώντες του, – υπό βροχήν!


ritsos30d
Η αδελφή του δεν ξεχνάει ποτέ εκείνον που το έργο του προοριζόταν να ξεπεράσει τα όρια του τόπου και του χρόνου. Να κάνει πραγματικότητα τα κρυφά όνειρα και τις επιθυμίες της μάνας τους:

[Η μητέρα δεν άργησε να πιστέψει στο ταλέντο του τόσο πολύ, ώστε άρχισε να το φορτώνει με τις δικές της επιθυμίες και τα κρυφά της όνειρα. Και είχε δίκιο, όπως αποδείχτηκε….κι εμείς άδικο. «Ο Γιάννης μας θα γίνει, μια μέρα διάδοχος του Παλαμά» έλεγε σ’ όλους μας και μπροστά του» ( Στο ίδιο, σελ.30)]
Αυτό το χρέος, που ποτέ δεν το βλαστήμισε, μαζί με άλλα προσωπικά της, τη λύγισε. Εκείνος, καθιερωμένος πια σαν ποιητής, είχε εκδόσει τον «Επιτάφιο» και τις συλλογές «Τρακτέρ», «Πυραμίδες», «Ο ξένος», θα γράψει σ’ αυτό το διάστημα, «Το τραγούδι της αδελφής μου», ένα ποίημα από 923 ελεύθερους στίχους, που της το αφιερώνει: «Στην αδελφή μου ΛΟΥΛΑ».

ΑΔΕΛΦΗ μου,
θάξιζε ολόρθος να σταθώ
κατάντικρυ στον ήλιο.
(….)
Όμως, αδελφή μου,
δε δύναμαι άλλο.
(…)
Η φωνή μου ναυάγησε
η σκέψη μου μάδησε
τα τελευταία άνθη
(…)
Ευδόκησε να πραϋνθεί το πνεύμα μου
για να ψάλω τον ύμνο που αρμόζει
για σένα, αδελφή μου,
αδελφή όλου του κόσμου.
(…)

Στρέφω την όψη παντού
και θωρώ μόνο εσένα.
Επικαλούμαι της ομορφιάς την καλοσύνη
να μ’ ελεήσει μια στάλα δροσιάς
Όμως κανείς δεν αποκρίνεται.
(…)

ΑΔΕΛΦΗ μου,
Δεν είμαι πια ποιητής
Δεν καταδέχομαι νάμαι ποιητής.
Είμαι ένα πληγωμένο μυρμήγκι
που έχασε το δρόμο του
μες στην απέραντη νύχτα
(…)

Τίποτε άλλο δε ζει
έξω απ’ τον πένθιμο κύκλο
που χαράζουν στην πλάση τα μάτια σου…
(…)

Μα δεν ήξερες να δέχεσαι,
Χάριζες.
Μόνο χάριζες.
Όλα τα δώρα σου
τα μοίρασες
κι έμειναν άδειες
οι παλάμες σου.
(…)

Γύρισε, αδελφή μου,
στη μικρή Βηθλεέμ
που μας γέννησε ωραίους και ταπεινούς
(…)

και θα μείνω για πάντα πλάι σου,
– ένα σεμνό τριζόνι,
για να σου τραγουδώ
τα βράδυα του έαρος.
Δε μ’ ακούς;..
(…)

ΑΔΕΛΦΗ μου,
μονάχα εσύ μου απόμενες
ν’ ακουμπώ στην καρδιά σου
και ν’ ακούω το σφυγμό των ανθρώπων
(…)

Αφουγκραζόμουν
κάπου σιμά να πέφτουν
στάλες δροσιάς
από κρυμμένη πηγή
Κ’ η πηγή πέθανε…
(…)

Αντίο, αδελφή μου.
Φίλησέ μου τα σπουργίτια της αυλής μας,
τ’ αθώα παιδιά,
τις λυπημένες μητέρες
που κεντούν πλάι στη λάμπα
(…)

Αδελφή μου,
πιο πέρα από σένα κι από μένα,
πιο πέρα απ’ το θαμπό μας βλέμμα,
πιο πέρα απ’ τη θαμπή γραμμή της γης,
εκεί στη ρίζα του παντός
άκου το κύμα της ορμής
που υπέροχο, ανεξέλεγκτο κι αξήγητο
μας έπλασε και μας εξουσιάζει.
Τι να πούμε;
Ανοίγω τις πύλες
μ’ έντρομο θαυμασμό
μπροστά στη Δημιουργία
κι αλλάζω την οδύνη σ’ έκσταση
και την κραυγή σε προσευχή
(…)

Το φως ακμάζει πιο ψηλά
κι απ’ την αγάπη σου, αδελφή μου,
κι απ’ την αγάπη μου.


ritsos30e 
Ευτυχίας Καρύδη, Φυλλομετρώντας σελίδες του Ρίτσου, εκδόσεις Οδηγητής, Αθήνα 1984

Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο: Γιώργος και Ηρώ Σγουράκη, Γιάννης Ρίτσος. Αυτοβιογραφία. Κινηματογραφική αυτοβιογραφία. Ντοκουμέντα της ζωής και του έργου του, Αρχείο Κρήτης, Αθήνα 2008

1 σχόλιο :

Φωτης Ζερβος είπε...

Αγαπητη Σοφι, πολυ καλη αναρτηση, απο ενα πολυ δισεβρετο βιβλιο (το παν Ιωαννινων φαινεται να ειναι το ενα απ τα δυο σ ολη την ελλαδα!) Και το ξερω αυτο λογω μιας βιβλιογραφικης ερευνας που κανω για την μεταπολεμικη ποιηση--αυτο ειναι ενα απ τα βιβλια που δεν εχω προσβαση...Γι αυτο θα ημουν ευγνωμων αν θα ευρισκες χρονο να μου στειλεις τον πινακα περιεχομενων , δλδ τα κεφαλαια και τους αριθμους των σελιδων τους (η μια φωτο της σελιδας)...το ημειλ μου ειναι fotis.zervos@yahoo.gr ΥΓ προφανως μπορεις να μη δημοσιευσεις αυτο το σχολιο, ευχαριστω.