Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Τραγούδι για τη χαρά


( Στην αρχή στρωτά. Πιο κάτω λαχανιασμένα και κάπως θαμπωμένα)

Εύκολα η θλίψη μπαίνει στο τραγούδι
έτσι όπως μπαίνει στην καρδιά`
εύκολα η θλίψη τραγουδιέται
με τα μακριά, λυτά μαλλιά.
Έτσι το λιόγερμα στο τζάμι να σπιθίσει,
έτσι ένα φύλλο το κλωνάρι του ν' αφήσει,
πέφτει ένα πρόσωπο βουβό μες στο νερό,
πρόσωπο ωχρό
μέσα στων ίσκιων το χορό.

Κάτω απ' τα δέντρα, μια καρέκλα αν μείνει μόνη,
η θλίψη αμέσως τη σιμώνει,
κάθεται εκεί και συλλογιέται σιωπηλή
ένα μαντήλι που έπεσε στο δρόμο
ένα χωράφι με τ' αγκάθια
όπου σαλεύει ένα χαρτί.
Αχ, αχ, ωραία που ηχεί ένα αχ!
Μα πώς θα πούμε τη χαρά 
με τα φαρδιά, γερά φτερά;

Πέντε κορίτσια ανέβηκαν στη μάντρα
σηκώσαν τα φουστάνια τους ψηλά,
πέντε κορίτσια,
σηκώσανε στα χέρια τους τη θάλασσα,
κόψαν όλα τα μύγδαλα
και μας πετροβολήσανε,
καρφώσαν τ' άστρα στα μαλλιά τους και γελάσανε,
πήδηξαν μες στον καπνοδόχο κ' έφυγαν
κ' έμειναν στον αέρα τα φουστάνια τους.

Η μάνα τους, τις γύρευες το σούρουπο,
τις γύρευε τη νύχτα, ως τα μεσάνυχτα.
Απ' το κακό της τράβηξε τα σκουλαρίκια της,
μάτωσε κ' έσκισε τ' αυτιά της κ' έσκουξε.
Και κείνες τρώγαν στο τραπέζι λάμποντας,
τρώγαν ψωμί και μαύρη ελιά και κόκκινα τριαντάφυλλα,
πίναν χρυσό νερό και μας κορόιδευαν
κι ανάβαν γαλανά τα χέρια τους με τα πηρούνια τους
ακούγοντας έξω στη νύχτα τ' άλογα που κάλπαζαν.

Αχ, αχ, χαρά - χρυσά νερά,
αχ κ' η χαρά φωνάζει το αχ,-
χρυσά νερά τα χέρια τους,
άσπρα νερά τα μέτωπά τους-
τη μάνα τους την πήρε το ποτάμι,
μας πήρε ο γαλαξίας στο ρέμα του-
άσπρα νερά, χρυσά νερά, γλαυκά νερά
και τα φουστάνια τους σταθήκανε σαν άσπρα σύννεφα
πάνω απ' της νύχτας τα νερά.

Γυμνά τα πόδια τους γυμνά,
γυμνά τα στήθια τους γυμνά,
γυμνή η κοιλιά-
χαρά, χαρά, χρυσά νερά,
σκιερά νερά, κ' ένα γαλάζιο τρίγωνο
καταμεσίς στην ερημιά.
Κάναμε το σταυρό μας και σταθήκαμε -
αχ, δύσκολα, βαθιά, μαύρα νερά,
- φόβος και πόνος η χαρά.
                                   Γιάννης Ρίτσος  

Το τραγούδι αυτό είναι το τρίτο του ευρύτερου ποιήματος Πλανόδιοι Μουσικοί, που αποτελείται από δέκα τραγούδια και εντάσσεται στη συλλογή με τον τίτλο Γενική δοκιμή(1956 - 1959). Ο ποιητής μάς παρουσιάζει στο εισαγωγικό σημείωμα τους μουσικούς:
" Ένα μικρό μπουλούκι οργανοπαίκτες και τραγουδιστάδες έφτασαν ένα βράδι στη μικρή πολιτεία μας, άγνωστο από πού, σκονισμένοι, κατακουρελιασμένοι, παράξενοι. Κάτι σαν περιπλανώμενοι ατσίγγανοι. Δεν είχαν μαζί τους μήτε γυναίκες, μήτε παιδιά, μήτε άλογα, μύλους και τέντες. Μονάχα τα όργανά τους. Είμασταν κουρασμένοι από τη δουλειά της μέρας. Δεν είχαμε κέφι να τους ακούσουμε. Τουε φιλέψαμε πρόχειρα στο προαύλιο του κλειστού, εκείνη την ώρα, εργοστασίου κ' ύστερα τους παρακαλέσαμε κάτι να μας πουν, - δε θέλαμε να νομίσουν πως τους πήραμε για διακοναραίους και πως τους δώσαμε ελεημοσύνη. Εκείνοι τότε μάς είπαν τούτα τα τραγούδια που τους τίτλους τούς απάγγελνε πρώτα, με κάποια επισημότητα σχεδόν, ο πιο μικρός - ένας μελαχροινός ξυπόλυτος με άγρια μαλλιά και πολύ μεγάλα, κατάμαυρα μάτια"


Οι Πλανόδιοι Μουσικοί συντέθηκαν από τον ποιητή στα Πλατανάκια της Σάμου τον Αύγουστο του 1959 και γράφει στον επίλογο :

" Μάζεψαν τα όργανά τους κ' έφυγαν πάλι μες στη νύχτα. Θάταν περασμένα μεσάνυχτα. Εμείς, μπήκαμε στα σπίτια μας και κοιμηθήκαμε - έναν ύπνο ανήσυχο , όλο παράξενα όνειρα, σα να ζούσαμε τάχα τα τραγούδια τους. Την άλλη μέρα δε θυμόμαστε πια αν, όντως, είχαν έρθει ατσίγγανοι ή τους είδαμε μόνο στον ύπνο μας. Δεν είχαμε καιρό να ξεδιαλύνουμε, γιατί στο μεταξύ, είχε κηρυχτεί πανεργατική απεργία. Κάποιος, μονάχα, της παρέας είπε: " Τι νάγιναν κείνα τα συντρόφια;" Και μεις καταλάβαμε πως εννοούσε ακριβώς αυτούς. Ώστε λοιπόν δεν είταν όνειρο."

Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα (1930 - 1960) , Γ' τόμος, Κέδρος , Αθήνα 1977, 8η έκδοση



Δεν υπάρχουν σχόλια :