Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

"Έκλεινες τα μάτια σα νάκλεινες μια πόρτα σ' ένα ξένο σπίτι, να μη δεις, να μη σκέφτεσαι.Δολοπλοκίες, δωροδοκίες, προδοσίες`..."



Έχω διαλέξει τούτο το παράθυρο. Σκυμμένη δω πέρα, μισή μέσα, μισή έξω,
κοιτάζω, θυμάμαι. Δε μου ανήκει τίποτα. Μια μεγάλη ησυχία.
Αρχίζω πάλι να παρατηρώ τα δέντρα, τα πουλιά, τα χρώματα,
τα πόδια των κυνηγών που γυρνούν με το σούρπωμα ` - 
τόσο ελεύθερη αισθάνομαι`
κάτι έχουν να μου πουν, να μου εκμυστηρευτούν. Κάποτε, ντρέπομαι
γι' αυτή μου την καινούργια τρυφερότητα - παιδικότητα μάλλον - 
που εγκαθίσταται άθελά μου στα χείλη μου, έτσι κάπως
σαν ένα χελιδόνι σε μια πεσμένη στέγη.

Παράξενο αλήθεια -
πώς καταλάγιασε κείνος ο θόρυβος, - δε σ' άφηνε τίποτε ν' ακούσεις -
πώς έσβησε απόμακρα. Είμαι τάχατε εγώ; Είμουν εγώ; Κόσμος ανέβαινε ,
κατέβαινε, τότε,
κάτι έλεγε ο ένας στ' αυτί τ' αλλουνού, - σπασμωδικές κινήσεις,
πολιτικοί , στρατιωτικοί, διπλωμάτες, - ω, τι άνθρωποι αποτρόπαιοι,
θε μου, 
σαν αποστηθισμένοι, αριθμημένοι, επαναλαμβανόμενοι. Δεν ήξερες τι
μήνας, τι ώρα, τι χρόνος.

Πόλεμοι, επαναστάσεις, αντεπαναστάσεις ( πόσες φορές ξανάγιναν τα ίδια), -
σωρός οι στάχτες στις πλατείες απ' τις φωτιές που ανάβαν
για τις μεγάλες γιορτές ή τους νεκρούς - ίδια στάχτη`
κάποτε καίγανε κι αυτούς που λίγο πριν τους ονομάζαν ήρωες.
Τα φύλλα της δάφνης είχαν χάσει εντελώς το νόημά τους.

Έκλεινες τα μάτια σα νάκλεινες μια πόρτα σ' ένα ξένο σπίτι,
να μη δεις, να μη σκέφτεσαι. Δολοπλοκίες, δωροδοκίες, προδοσίες`
οι πιο εύκαμπτοι στη ραχοκοκκαλιά στέκονταν πάντα ψηλότερα`
Θηβαίοι, Αργείοι, Κορίνθιοι, Σπαρτιάτες, Αθηναίοι - ποιοι διοικούσαν,
στ' αλήθεια; -
μια μυστική εξουσία σα να κινούσε από μακριά τα νήματα`
έβγαιναν προσωπιδόφόροι τα μεσάνυχτα με δυνατά κλεφτοφάναρα`
ένα πρόσωπο, που τόξερες, γινόταν άξαφνα μια αστραπή ή ένας γδούπος`
οι άνθρωποι μες στο φόβο σα νάσμιγαν πάλι.

Ένα απόγευμα,
ψηλά, από τη σοφίτα ενός φτωχού σπουδαστή, ακούστηκε φλάουτο.
Οι γυναίκες μαζεύτηκαν κάτω στο δρόμο, γονάτιζαν, κλαίγανε. Ο τρελλός,
ξεκούμπωτος,
χτυπούσε με μια πέτρα το στήθος του ` " μάνα μου,  μάνα μου", φώναζε`
" μάνα μου, να πεθάνω, να πεθάνω" φώναζε`
πέρασε ένα καμιόνι σκεπασμένο` όλοι σκορπίσανε` το φλάουτο σώπασε`
ο τρελλός ούρησε καταμεσίς του δρόμου. Οι άνθρωποι χωρίσανε πάλι 
αγνώριστοι, σφιγμένοι, ξένοι.

Μα είμουν νέα τότε,
τόσο νέα που δεν τόξερα καν. Ξεχνούσα εύκολα. Στο παράθυρο εκείνο
απόμεινε κρεμάμενο, αλαφροσαλεύοντας, δεμένο με σπάγγο,
ένα μικρό τριαντάφυλλο. Τόσο μόνο. Ξεράθηκε κ' εκείνο.
 (απόσπασμα)

Γιάννης Ρίτσος, Ισμήνη, Τέταρτη Διάσταση, Κέδρος 1990, 24η έκδοση




Δεν υπάρχουν σχόλια :