Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Επιτάφιος

                   

  Μαντένια, «Ο θρήνος για το νεκρό Χριστό», 1490
  Ο Επιτάφιος θρήνος της Αειπαρθένου Μαρίας
                                             (απόσπασμα)
Τότε η Παναγία μου εστέκετουν κλαμένη,
θλιμμένη και περίλυπη, χαμαί στην γην φυρμένη.
Ετράβαν τα μαλλάκια της, το στήθος της εκτύπαν,
ούτε τον κόσμον έβλεπεν, ούτε φωνές αδροίκαν.
Έκλαιεν και εφώναζεν· «υιέ μου και Θεέ μου,
τι είναι τούτα, που θωρώ, που δεν είδα ποτέ μου!
Δεν τό ’ξερα δεν τό ’λπιζα ετούτα να μου πούσιν,
ούτ’ έτσι πράγμαν φοβερόν τ’ αμμάτια μου να δούσιν!
Ω τέκνον μου, τι έπταισες, κι είσαι πολύ θλιμμένον,
κι είσαι πολύ περίλυπον και καταφρονημένον!
Υιέ μου, καναρίνιν μου, κι ακριβαναθρεμμένον,
ποιος μου το λάλεν να σε δω στο ξύλον σταυρωμένον!
Κι α, πού μαχαίριν να σφαγώ κι α, πού κρεμμόν να δώσω
κι α, πού ποτάμιν σύνθολον να μπω να παραδώσω!
Είναι μαχαίρι κοπτερόν, που μπήκεν στην καρδιάν μου,
εμπήκε και κατάκοψε μέσα τα σωτικά μου.
Ω, που τρομάρα, τρέμουσιν τα μέλη μου, σπαράσσουν,
τα μέλη μ’ όλα τρέμουσιν, τα σπλάχνα μου ταράσσουν.


Χρίστος Ταουσιάνης, Δημοτικά τραγούδια της Κύπρου [Λάρνακας],
Λευκωσία 1990


                                                                  Κώστας Μπαλάφας
 Επιτάφιος   
(απόσπασμα)
(Θεσσαλονίκη. Μάης του 1936. Μια μάνα, καταμεσίς του δρό-
μου, μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της και πάνω
της, βουΐζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών – των
απεργών καπνεργατών. Εκείνη συνεχίζει το θρήνο της):


Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,


πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;


Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ’ το τσίνορό μου,


τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;


Πουλί μου, εσύ που μού ’φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;


Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ’ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.


Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.


Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου μπήγω.


Γιάννης Ρίτσος, Επιτάφιος, Κέδρος, Αθήνα 1987

Δεν υπάρχουν σχόλια :