Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

" Και τούτος διαολισμένος τόπος είναι!" συλλογίστηκε.


[...] Κατηφόρισε να διασχίσει τον κάμπο της Δωδώνης, να κάνει μια ερώτηση εδώ , να πάρει την κρυάδα, κι από κει να φύγει πάλι όλο δυτικά, να φτάσει στο χάνι Τζεμαλή Αγά, κι ύστερα από ώρες να γυρίσει πάλι στα Τσαμοχώρια. Άκουγε από κει βουητό και το άκουγε  με τον ασύρματο της μέλισσας, μίλια μακριά. Όλα εδώ του φαινόνταν περίεργα και κάπως τον φοβίζαν. Πρώτη φορά είδε ανάποδη  πόλη και μαντριά τσιμεντόχτιστα σαν οχυρά. Μα κι όταν έφτασε στη μέση του κάμπου, στάθηκε πάλι με απορία μπροστά σε κάτι ογκώδη περίεργα κτίσματα. Σίγουρα ήταν παλιά, μα δεν καταλάβαινε αν είναι μισοχαλασμένα ή μισοαρχινισμένα. Έβλεπε ένα πλακόστρωτο αλώνι κι απάνω απ' αυτό άπλωναν σαν κύματα αμέτρητα σειρές σκαλοπάτια, που όμως δεν έβγαζαν σε κανένα κάστρο ή παλάτι! Δεν μπορούσε να καταλάβει. Σκέφτηκε μήπως κι εδώ οι μαστόροι δούλεψαν με ανάποδη τεχνική κι άρχισαν το παλάτι από τις σκάλες! Μπορεί όμως να ήταν αλώνι όπου οι παλιοί αλωνίζαν τα σιτάρια του κάμπου και σε τούτα τα σκαλοπάτια λιάζαν τα χερόβολα. Δεν άργησε όμως ν' ακούει την ανάσα του βαθιά και μακρόσυρτη, σαν να παλεύει με γυναίκα, και τ' αλαφροπάτητα βήματά του ν' αντιλαλούν. Το βρήκε παιχνίδι στην αρχή κι έτριβε ξερόφυλλα στα δάχτυλα για ν' ακούει θόρυβο σαν να σωριάζεται βαλανιδιά. Άνοιξε και το στόμα να τραγουδήσει και τότε του φάνηκε ότι θα τον άκουσαν απ' την Παραμυθιά! Βγήκε ανήσυχος έξω στις χωραφιές. " Και τούτος διαολισμένος τόπος είναι!" συλλογίστηκε. "Εκτός κι αν στ' αλώνι στεκόταν κανένας καλός και τραγουδούσε και οι παλαιοί μαζεύονταν στα σκαλοπάτια απ' όλα τα χωριά και τον άκουγαν. Μα στ' αλήθεια θα κάναν τόση δουλειά και θα χτίζαν τόσο καλοπελεκημένο λιθάρι για χοροστάσια;" Το' βγαλε κι αυτό απ' το νου του.

    " Πού ρωτάνε;" απευθύνθηκε σ' έναν ξυπόλυτο και ξαπλωμένο κι εκείνος, χωρίς ν' ανοίξει τα μάτια , του' δειξε με το άπλυτο πόδι προς μια βαλανιδιά.
Πήγε προς τα εκεί πατώντας ένα μονοπατάκι στρωμένο με τσακίσματα από μυκηναϊκά αγγεία. Αυτά που αγόραζαν οι αρχαίοι Βλάχοι απ' τα λιμάνια του Ιονίου κι όταν ανεβαίναν στην Πίνδο να ξεκαλοκαιριάσουν, τα χαρίζαν στο Θεό. Τον ρωτούσαν και απαντούσε, τους ρωτούσε και απαντούσαν. Παράμερα έβλεπε μολύβδινες πλάκες με χαραγμένα γράμματα. Ενώ σίμωνε προς το δέντρο, άκουγε απ' αυτό ψιθυρισμούς, χωρίς όμως να βλέπει εκεί κανένα να ρωτήσει.
" Υπάρχει εδώ κανένας;" φώναξε παραξενεμένος.
Μόνο το δέντρο θορυβήθηκε, σχεδόν σείστηκε, σαν να ήταν  η φωνή του πετριά που ρίχτηκε απάνω του και φτερουγίσαν χιλιάδες φωλιασμένα πουλιά. Άκουγε φτερακισμούς, όμως κανένα πτηνό δεν ξεφωλιάστηκε. Παρατηρούσε με έκσταση το δέντρο κι αυτά που αρχικά νόμιζε άρρωστα καφεκόκκινα φύλλα ή φύλλα γηραλέου δέντρου είχαν απάνω νεύρα ζωντανά! Λοιπόν ήταν αναρίθμητες γλώσσες που συγκρατιόνταν από μίσχους, όπως στου Αχέροντα τα δέντρα κρατιόνταν οι φωτογραφίες! Κάτι πήγε να πει κι αυτό πάλι αναταράχτηκε. Πλαταγίζαν οι γλώσσες διαμορφώνοντας ανθρώπινες λέξεις και ήχους. Μέσα στον καταρράχτη του ήχου έπιανε ανακατωμένα ελληνικά, αρβανίτικα, βλάχικα, τούρκικα. Κι άλλη γλώσσα σαν ν' ακουγόταν απ' τα ψηλά κλωνάρια, που αυτός όμως δεν την είχε ξανακούσει. Του μοιάζαν κάπως με αρβανίτικα, αλλά δεν ήταν. Άκουγε: "γαρ", "Ζευς εστί",
 " ανιπτόποδες", " Πελασγικέ" κι άλλα ακατανόητα. Τέτοιο αλαλούμ μονάχα στο καφενείο του Τριαντάφυλλου στην Παραμυθιά, μπορούσε κανείς ν' ακούσει!. Όταν ο θόρυβος καταλάγιασε, αποφάσισε να ρωτήσει τον καημό του.
" Γυρεύω ένα στραβοπόδη χορευτή. Έχει πολλές προσωπίδες και μία του μου μοιάζει. Πού θα τον τσακώσω;"
Μόλις τελείωσε, αντήχησε σωστό χαλάζι απάνω σε ξερόφυλλα. Γλώσσες διεγερμένες, φιδίσιες, τινάζαν ήχους, αργοκίνητες, αγελαδινές, έπλαθαν λέξεις, περιστερίσιες, γουργούριζαν! Πριν λιώσει όλο αυτό το χαλάζι και γίνει νερό και χαθεί, προσπαθούσε να συγκρατήσει κανένα σπυρί, μα ό,τι κάπως συγκρατούσε τ' αυτί του ήταν πρωτάκουστες , άσχετες λέξεις: " Εφύρα", Απολλωνία"," Θυάμιδες",
 " Ελλοί", " Επίδαμνος". Όταν το δέντρο ησύχασε, δεν του απόμεινε τίποτε στο κεφάλι.
" Τσεκούρι που σου χρειάζεται!" φοβέριξε και γύρισε.
Ζήτησε το λόγο από τον ξαπλωμένο:
" Γιατί μ' έστειλες στο στοιχειό; Εγώ το ρωτούσα ανθρωπινά κι αυτό μου τσαμπούναγε..."γαργάρ"! "
"Αφού κι εσύ στοιχειό είσαι!"
" Κι εσύ πώς το ξέρεις, αφού δεν άνοιξες μάτια να με δεις;"
"Και τι μ' αυτό; Τα σκουλήκια, που' ναι τυφλά, έχασαν ποτέ το δρόμο; Αυτοί όμως που έχουν μάτια βλέπουν πολλούς δρόμους και παίρνουν τον λαθεμένο!"
"Καλά, κι εσύ πώς με γνωρίζεις;"
" Γι' αυτό είμαι ξαπλωμένος με το ποδάρι στο χώμα!  Νιώθω τρανταγμούς. Μόλις ζύγωνες, είπα: Τώρα σιμώνει ακόμα ένα τέρας, πο' χει βάρος για δυο κορμιά και το βαστά μόνο σε δυο ποδάρια!"
"Αν έτσι μάντεψες, θέλεις κι εσύ τσεκούρι όπως το δέντρο σας. Εξαπατάτε τους πονεμένους πο' ρχονται απ' άκρη τόπου να ρωτήσουν! "
" Δε φταίει τίποτα ο Θεός! Κάτι τέτοιοι σαν και εσένα τον μπερδέψατε και απαντάει άλλα αντ' άλλων! Εσείς ρωτάτε για το μέλλον κι αυτός απαντά για το παρελθόν".
"Σε τι φταίξαμε το λοιπόν; Μαντείο έχει, αυτή είναι η δουλειά του! Όταν παίρνει τα χρυσά κύπελλα και τα κανάτια, είναι καλά;"
" Είναι προσβολή για το Θεό να του ζητάτε εξ αρχής το ασήμαντο, το εύκολο. Να σας δείξει δηλαδή μια ώρα αρχύτερα αυτά που έτσι κι αλλιώς έρχονται και θα τα δείτε! Ο Θεός πρέπει πρώτα να φανερώσει ό,τι συναντήσατε και δεν το αντιληφθήκατε ή είδατε μόνο την αστραψιά του, όπως του ψαριού που υψώνεται πάνω απ' τα νερά, αλλά με το πρώτο σκίρτημα ξαγκιστρώνεται και χάνεται".
" Και τι θα με ωφελήσουν εμένα όλα αυτά;"
" Θα μάθεις έτσι να ρωτάς ή να σωπαίνεις".
" Άνοιξε τώρα τα μάτια σου να ιδείς ότι η ζυγαριά σου λαθεύει! Ένα κορμί κρατώ σαν όλους!"
" Αυτό το λες γιατί νιώθεις ελαφρύς! Η αγάπη δημιουργεί άνωση στα κορμιά, τα ελαφραίνει. Έτσι οι μανάδες σηκώνουν αγόγγυστα τα παιδιά, οι γυναίκες τους άντρες, και νομίζουν ότι τις βαραίνει πούπουλο, ενώ, αν δεν τους θέλουν, νιώθουν να τις πλακώνει βράχος, έτσι κι εσύ! Είναι κορμί σου και το θέλεις, ακόμα κι αν το μισείς. Αν όμως κάποια στιγμή σού πεθάνει, τότε θα με θυμηθείς. Θα καταλάβεις τι βάρος έχουν οι νεκροί!"
" Αυτά τα λες με τα σωστά σου ή θες να με ζουρλάνεις;"
" Όσοι φορτώνονται πληγωμένους τότε νιώθουν ότι τελειώσαν, όταν ξαφνικά τους κόβονται τα γόνατα απ' το βάρος".
" Λιγάκι ακόμα αν κάτσω στον τόπο σας, θα λαλήσω κι εγώ!"
Έτσι είπε κι απομακρύνθηκε βιαστικός προς τη δημοσιά. 



Βασίλης Γκουρογιάννης, Το ασημόχορτο ανθίζει, Καστανιώτης, 1996, 3η έκδοση

Δεν υπάρχουν σχόλια :