Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Η μεγάλη πορεία

 Γιώργος Φαρσακίδης
Ήταν ωστόσο και μια μέρα που γίνηκε εκεί κάτω το ομαδικό φονικό. Κι αυτή τη μέρα με κανένα τρόπο δεν κάνει να την ξεχάσουμε. Όσα πολλά χρόνια κι αν περάσουνε, ο κόσμος πρέπει να τη θυμάται.
    Δε σου χρειάζεται να' χεις διαβάσει την Αγία Γραφή που λέει: " Θά'ρθει η Δευτέρα Παρουσία, το καταπέτασμα τ' ουρανού θα σκίσει από πάνω ως κάτω, η γη θα τρίξει απ' τα θεμέλιά της, τα έγκατά της θ' ανοίξουνε, κι οι άνθρωποι θα φωνάξουνε: ' Εβγείτε εσείς οι πεθαμένοι απ' τα μνήματά σας για να μπούμε εμείς οι ζωντανοί!' ". Η Αγία Γραφή φυσικά μάς κοροϊδεύει, και ποτέ δε θα γίνει καμιά "Δευτέρα Παρουσία", κι όμως ο ίδιος εκείνος θρήνος έγινε εκείνη τη μέρα απάνω στον ξερόβραχο. Κι αν ήσασταν εκεί, θα το βλέπατε.
    Ήταν Φλεβάρης μήνας, που τόνε λένε ο Κουτσοφλέβαρος. Δίσεχτη ήταν η χρονιά, ή και δεν ήταν δίσεχτη, οι συρματοπλεγμένοι δεν το θυμόνταν καθόλου εδώ μέσα, δεν τους ένοιαζε. Γι' αυτούς πάντα είναι ίδια. Έκανε μόνο κρύο. Κρύο με το τσουβάλι. Πού και πού ήταν κανένας που μουρμούραγε μοναχός του: " Τι θα κάμει αδελφέ, πού θα πάει! Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίζει του καλοκαιριού μυρίζει!".  Κι έσφιγγε την καρδιά του που πετάριζε μέσα του, όπως χτυπούσαν νύχτα μέρα και τα δόντια στο στόμα του.
    Ήταν μια Κυριακή πρωί, υστερνή μέρα που' βγαινε κείνος ο Κουτσοφλέβαρος, ξημέρωσε η αυγή στο βράχο κι άστραψε απάνω στους αιχμαλώτους το θάμπος της.
    Στο τάγμα των Αμετανοήτων ήτανε συρματοπλεγμένοι οι στρατιώτες, κληρωτοί, έφεδροι, εθνοφρουρίτες, απ' όλες τις ονομασίες που τους λέγανε. Είχαν και τους αξιωματικούς τους μαζί. Κι όλοι ήταν Αμετανόητοι. Μπορεί να κάνανε τις αγγαρείες γιατί δεν μπορούσαν να κάμουν αλλιώς, μπορεί να μέναν εκεί γιατί δε μπορούσαν να φύγουν, μα δε μετανοούσανε. Όλοι ήταν Αμετανόητοι.
Ξημέρωσε στο βράχο η αυγή, και τότε σήμανε η σάλπιγγα το πρώτο προσκλητήριο. Πεντέμισι χιλιάδες παρόντες.
    Όλα τα πάντα είναι εντάξει. Διαβάζονται οι αναφορές όπως διαβάζονται κάθε μέρα, και στην ουρά του προσκλητήριου διαβάζεται σαν κάθε μέρα κι η ημερήσια διαταγή. " Συγκέντρωση όλοι οι άντρες στο χώρο του θεάτρου!. Εκεί θα μιλήσει σήμερα ο Χριστός με το πιστόλι!"
 Μ' αυτά τα λόγια έκλεινε η διάτα εκείνης της μέρας.
    Το θέατρο είναι μια σκηνή σκαφτή στο βράχο, στην πλαγιά, δίπλα σ' ένα αντέρισμα. Τη σκάψαν οι ίδιοι με τα νύχια τους. Εκεί δίνονταν πάντα οι μεγάλες παραστάσεις. Εκεί έβγαινε η Παναγιά με το μικρό θεό στην αγκαλιά της και βλόγαγε τους αμαρτωλούς κρατούμενους να μη βαρυγγομούνε, και να μη λησμονούνε ποτέ πως με τα βάσανα της γης ξεπλένεις τις αμαρτίες σου. Εκεί βγάζαν τους λόγους κι όλοι οι μεγάλοι άνθρωποι που έρχονταν στο βράχο σ' επίσκεψη, οι υπουργοί, οι πρέσβειρες, οι δημοσιογράφοι. 
    Οι λόγοι παίρνουν θέση απάνω στη χαράδρα. Αγνάντια τους είναι η σκηνή του θεάτρου όπου αραδιάζονται οι επίσημοι. Κι αμέσως αρχίζει η παράσταση.
    Πρώτο πέφτει το σύνθημα ξαφνικά μ' ένα πιστόλι. Ανοίγουνε τα πρώτα πυρά κατάστηθα μες στο ψαχνό. Σκατζάρουν τις ριπές και βάζουνε συντροφιαστά. Ένα μπρεντ, δέκα ατομικά όπλα. Πέφτουν οι πρώτοι νεκροί κι οι πρώτοι λαβωμένοι. Το αίμα αχνίζει ακόμα πριν να το κρυσταλλώσει το παγωμένο χάραμα. Οι στρατιώτες με το ξάφνιασμα κυλούνε μες στη χαράδρα, άλλοι κάνουνε πίσω, ένα ανθρώπινο πλήθος μπροστά στη μπούκα της φωτιάς αντικρίζει το θάνατο. Περνά ο πρώτος κλονισμός. Το πλήθος ανασυντάσσεται. Κάνει ένα φράγμα με τα κορμιά του. Οι άντρες στην πρώτη γραμμή ξεσκίζουνε το ρούχο τους, ανοίγουνε τα στήθια τους, αναστηλώνονται ολόρθοι, και τότε βγαίνει μια φωνή που σκεπάζει τα όπλα: " Αντίχριστοι! Βαράτε εδώ!"
    Ο Χριστός μίλησε με το πιστόλι. Τα βράχια κι οι κουφάλες αντιλαλούνε στις ριπές και τον ανθρώπινο πόνο. Η θάλασσα κι ο ουρανός σαν τον απλό θεατή που δεν παίρνει μέρος στην παράσταση απορούνε κι αφουγκράζονται. Το πρώτο ξάφνιασμα πέρασε, κι η ανθρώπινη μάζα κινιέται προς τα μπρος, σκύβει και παίρνει στην αγκαλιά της τους τραυματίες της και τους νεκρούς, και ξεκινά και βαδίζει σαν να' ταν ένας άνθρωπος, και φτάνει στη διοίκηση, πέφτει απάνω στο διοικητή, και μόνο μια μεγάλη, οργανωμένη θέληση τούς βάσταξε να μην τον ξεσκίσουν. Τότε μέσ' απ' το πλήθος βγαίνει επιτροπή για να τους εκπροσωπήσει, και βάζει τα αιτήματα: " Να θάψουν τους νεκρούς τους. Να πιαστεί ο υπεύθυνος για τη δολοφονία". Πίσω απ' την επιτροπή, το πλήθος κηρύχνει τώρα απεργία πείνας. Βγαίνουν απ' όλες τις σκηνές τα τρόφιμα, τα ντενεκέδια, τα καζάνια, οι κουτάλες, κι ένας πυκνός σωρός στοιβάζεται στο ύπαιθρο, κι αστράφτει με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου που ψηλώνουνε.
     Πέρασε όλη εκείνη η μέρα. Πέρασε όλη εκείνη η νύχτα. Σπάσιμο πουθενά. Η απεργία βαστά μονοκούκι. Όλοι οι στρατιώτες βρίσκονται σε μαχητική ενότητα. Το κάθε λεφτό που περνά, η κάθε ώρα που φεύγει, πέφτει μες στην κλεψύδρα της μάχης της παγκόσμιας, που ένα μικρό παρτσάδι της είναι κι αυτοί εδώ οι Αδούλωτοι. Οι συρματοπλεγμένοι.
     Η άλλη μέρα ξημερώνει στο βράχο της Μακρόνησος. Κι έβγαινε ο Κουτσοφλέβαρος. Κι ήταν η πρώτη του Μαρτιού. Μαζί με το ξημέρωμα , μέσα σ' ένα καράβι βγαίνει πάνω στη θάλασσα και ο Μπαϊραχτάρης, στρατοπεδάρχης στο βράχο, πλέει την παραλία, φωνάζουνε τα μεγάφωνα, καλούνε τους στρατιώτες : " Όλοι οι εθνικόφρονες! Να διαχωρίσουν τις ευθύνες τους με τους κομμουνιστές!".
Γυρίζει σβούρα το καράβι, σκάβει σ' αυλάκια νερό, φωνάζουν τα μεγάφωνα, φωνάζει ο Μπαϊραχτάρης, κράζει τους εθνικόφρονες, τους λέει να βγούνε όξω, να μη μένουνε δίπλα με τους κομμουνιστές, κανένας στρατιώτης δε βγαίνει. Όλοι μέσα στ' αντίσκηνα. Πεντέμισι χιλιάδες στρατιώτες. Μέχρι τις δέκα το πρωί κρούσμα δεν παρουσιάζεται . Και μόνο τα μεγάφωνα φωνάζουνε απ' τη θάλασσα, πες πως φωνάζουνε σε μια σαχάρα.
     Τα δέκα μόνιμα φυλάκια που κυκλώνουν το τάγμα φορτσάρονται τότε με πολυβόλα. Έρχονται κι οι βοήθειες να δυναμώσουν τις φρουρές: Τριάντα ροπαλοφόροι, παλιοί " μετανοημένοι", κι οι υπόλοιποι μ' αυτόματα. Απάνω στο δημόσιο δρόμο, μπροστά παρατάχνονται τα ρόπαλα, από πίσω τα όπλα. Κι' αρχίζει η καινούρια επίθεση. Πρώτα χιμούν στην επίθεση τα ρόπαλα. Το τάγμα αντιστέκεται με τις πέτρες. Η μάχη βαστά ως μια ώρα, μάχη άνιση και φοβερή, όπου ωστόσο τα κοντάρια δεν καταφέρνουν να τσακίσουν τις ανθρώπινες ψυχές, και βάζουνε μπρος και τα πυρά. Τα πρώτα πυρά τ' ανοίγει το περιπολικό από τη θάλασσα, κι απόκοντα αρχίζουν κι όλες οι άλλες φωτιές να τους κυκλώνουν με τα βόλια τους. Οι κρατούμενοι τότε ξεπετιούνται απ' τα  αντίσκηνα, παλεύουν με τις πέτρες, με τα κορμιά τους, με τα χέρια τους, μα η μάχη είναι άνιση και σκληρή. Τα πτώματα πέφτουν τριγύρω. Τ' αδέρφια αγκαλιάζονται και πέφτουν μαζί λαβωμένα, οι φίλοι κι οι γειτόνοι αντιστέκονται συντροφιαστά.
" Χτυπάτε άναντροι τους άοπλους!" φωνάζουν οι Αδούλωτοι και δείχνουν τα γδυμνά τους στήθια.
" Άμυνα, πατριώτες!" φωνάζουν οι ξαρμάτωτοι με τη γροθιά ψηλά.
" Άμυνα , πατριώτες!" φωνάζει κι ο αντίλαλος μες στα γκρεμνά και τις κουφάλες.
Άμυνα! Μα πού να την κάμουνε! Πού να πάνε! Πουθενά! Το μέρος εκεί είναι φαλακρό, σαν του σπανού κεφάλι.
Τότες μες στην αλλοφροσύνη ρίχνεται ξαφνικά το σύνθημα:
" Πατριώτες! Στη θάλασσα!"
     Και τραβιούνται τα πλήθη κατά τ' ακρογιάλι, κοντά στο νερό, εκεί που αμέριμνο κι ανυποψίαστο χτυπά ολοχρονίς το κύμα στα βράχια.
    Τα πυρά τώρα συγκεντρώνονται μ' ευκολία απάνω τους. Οι πρώτοι πάνε στον πάτο και καταποντίζονται με τρύπιο το κορμί απ' τα βόλια, άλλοι σαλεύουν τα φρένα τους και κόβουνε τις φλέβες τους, άλλοι πηδούν απ' τα βράχια και σαλτάρουν μες στα κύματα , κι όσοι απόμειναν μες στις σκηνές νομίζοντας πως θα σωθούν, δε σώθηκε κανένας , τους εχτελούν οι οπλισμένοι επιτόπου.
    Τότε όσοι μένουν ζωντανοί μαζεύουν όλη τη φωνή τους, ένα λαρύγγι ανθρώπινο δίνει την πρώτη νότα, την παίρνουν τ' άλλα λαρύγγια κι οι ρεματιές και τ' απόγκρεμνα, κι όλος ο βράχος ψέλνει  τον Εθνικό Ύμνο της πατρίδας του. Μόνο οι νεκροί δεν ψέλνουν τίποτα, αυτοί  δίνουν μόνο το αίμα τους, που τρέχει και σουρώνει στάλα στάλα απ' τα βράχια, καθώς δεν είναι γης, ούτε χώμα, να το πιεί.
    Και τώρα πια τι θα γίνει; Τι άλλο απομένει να γίνει; Πού θα σταθούνε οι αιχμάλωτοι; Πώς θα σπάσουνε τον κρίκο; Η θάλασσα απ΄τη μια μεριά, απ' τις άλλες μεριές τα βόλια. Μόνο ένα πέρασμα μένει ανοιχτό για να τραβήξουν για τα φυλάκια, κι οι κρατούμενοι τον παίρνουν εκείνον το δρόμο.
Ένα ανθρώπινο κουβάρι από πέντε  χιλιάδες ψυχές μπαίνει σε μια πορεία, σ' ένα μέρος σπανό όπου μήτε θάμνος βρίσκεται, σε μια πορεία βασανιστική, πέντε χιλιάδες σφιγμένες ψυχές σαν τυλιγάδι, κι ο κρίκος όλο στενεύει μες στα πυρά και τα χτυπήματα, η μέγγενη όλο σφίγγει, το στεφάνι όλο κλείνει,όσο που το κουβάρι όλο και προχωρεί.
     Σ' εκείνη τη φοβερή πορεία χιμά ένας αλφαμίτης με την εγγλέζικια στολή του, που τον έχει έτσι ντυμένο η Μεγάλη Βρετανία για να της προστατεύει τις υπερπόντιες χτήσεις, κι αποτελειώνει με το πιστόλι του δυο στρατιώτες που σέρνονται με τέσσερα σπασμένα πόδια. Πιο κείθε ένας άλλος αλφαμίτης σκοτώνει ένα πειραιωτάκι. Τότε μεσ' απ΄το πλήθος βγαίνει ένας κρατούμενος, χιμά πάνω στο μισθοφόρο και του φωνάζει  μ΄όση δύναμη μπορεί να μαζέψει ο άνθρωπος: " Γιατί τον σκότωσες; κερατά; Βάρα με τώρα κι εμένα που είμαι πατριώτης σου κι έχουμε μεγαλώσει μαζί!"
Ο κρίκος στένεψε, έσφιξε κι έκλεισε τέλος ολότελα. Οι λόχοι δε βαστούν άλλο.
    Ακούγεται το πρόσταγμα: " Όλοι μες στις σκηνές!"
 Οι πέντε χιλιάδες δε χωρούν. Αδύνατο πράμα να χωρέσουν πέντε χιλιάδες κορμιά π' απόμειναν μέσα στ' αντίσκηνα μιανού λόχου. Αποκαμωμένοι απ' την πείνα, η απεργία ακόμα βαστά, εξαντλημένοι απ' όσα μπόρεσαν ν' αντέξουν και να δουν τα μάτια τους, μπαίνουν ένα κουβάρι που το στοιβάζει ο κόπανος, σαν τα ρούχα της μπουγάδας, οι στηλοβάτες των σκηνών, δυο μέτρα μάκρος ξύλα αμερικάνικης κατασκευής, που πέφτουνε κι όπου σε πάρει. Κι έτσι το τυλιγάδι στουμπώνεται.
    Ακούγεται το πρόσταγμα: " Ποιος θα κάμει δήλωση; Είδατε πώς κροταλίζει το πολυβόλο, είδατε τους σωρούς τα πτώματα! Ποιος θα κάμει τώρα δήλωση;"
Σηκώνονται κάμποσα χέρια ψηλά. Τους παίρνουν αυτούς και τους πάνε.
Ο υπολοχαγός Μπαρούκος ρωτά ένα στρατιώτη, τον πιο κοντινό που του βρίσκεται μπρος του:
" Εσύ θα κάμεις δήλωση;" " Όχι! Δεν κάνω!" φωνάζει ο στρατιώτης. Τραβά και τον ξαπλώνει επιτόπου.
" Ποιος άλλος θα κάμει δήλωση;"
Κανένας άλλος δεν κάνει.
Τότε βγάζουν κατάλογο όπου τους έχουν γραμμένους, παίρνουν 160, τους πάνε στις φυλακές του βράχου, πιο ύστερα τους περνούν απ' το στρατοδικείο, όπου ορισμένοι καταδικάζονται και τραβάνε για το θάνατο.
Κατά τις πέντε τ' απόγευμα τους έχουνε πια σκορπίσει σε διάφορους λόχους.
" Νικήσανε ". Τα πιστόλια νικήσανε.
Οι στρατιώτες μόνο που φυλάξανε βάρδια για την τιμή.
" Νικήσανε".
    Ο Σκαλούμπακας ο δήμιος, ένας ανάμεσα στους δήμιους, έβγαλε μάλιστα και λόγο: " Η κομμουνιστική επανάστασις κατεστάλη!". Και τότε μάθανε οι Αδούλωτοι πώς λέγεται εκείνο το φονικό που θέρισε τα τόσα κορμιά, κι αψήλωσε έναν τοίχο κουφάρια.
" Νικήσανε".
Οι στρατιώτες μόνο που φυλάξανε βάρδια για την τιμή.
Και τώρα ο απολογισμός: " Τριακόσιοι και,οι απόντες " στο βραδινό προσκλητήριο.
" Νικήσανε" .
Την άλλη μέρα , 2 του Μάρτη, παίρνουν άλλους 760, για να τους κλείσουνε σ' άλλο σύρμα.
" Νικήσανε".
Το αίμα παντού το ξεπλύνανε.
     Στις άλλες μέρες που ήρθαν ύστερα από κείνες τις μαύρες μέρες , μεσ' απ' τις ρουφήχτρες και τις κουφάλες του βράχου ξετρύπωνε από κάθε μέρα και κανένας λαβωμένος, ξεπνεμένος απ' το αίμα κι απ' την τρεμούλα  στο φυλλοκάρδι του, κι έβγαινε μέσ' απ' τα τάρταρα να ξαναπάει και πάλι να ζήσει με τους ζωντανούς. Πάνω στο Μακρονήσι είναι μια πολύ βαθιά σπηλιά, που λένε από στόμα σε στόμα ότι ο Πάρις πρωτοπόδισε με την Ωραία Ελένη κι έκρυψε μέσα κει τις νύχτες των πρώτων ερώτων του. Μέσα σ' εκείνες τις σπηλιές κρύβονταν τώρα οι λαβωμένοι αιχμάλωτοι του αιώνα μας.
Εκείνες τις πρώτες μέρες του Μάρτη σύννεφα είχανε σκεπάσει τον ελληνικό ουρανό. Τα σύννεφα χάραζαν ίσκιους, οι ίσκιοι κάναν σχέδια, τα σχέδια φτιάχναν εικόνες, κι εκείνες οι εικόνες σαν να' γραφαν το βιβλίο της ιστορίας του κόσμου, που ένα μικρό παρτσάδι του είναι κι αυτοί οι Αδούλωτοι.
     Σ 'όλες τις πολιτείες της Ελλάδας, σ' όλες τις γωνιές της γης, ένα ανάθεμα βούιζε από εκατομμύρια στόματα που καταριόνταν τους δήμιους:
 " Ζυγώνει κι έρχεται η ώρα που θα σας ζώσει ολούθε η οργή του λαού, και πού θα πάτε τότε, πού θα δώσετε των οματιών σας για να σωθείτε; Πουθενά! Οι πόρτες θα βροντούνε στη μούρη σας, όταν θα φωνάζετε βοήθεια! Οι ποταμοί θα στερεύουνε, όταν θα γυρεύετε νερό! Θα ρίχνει αντάρα ο ουρανός για να σας φράξει το δρόμο! Σαν σκιάχτρα τα μικρά παιδιά θα σας θωρούνε και θα φεύγουνε! Ανθρώπου χέρι δε θα βρεθεί να σας δείξει το δρόμο σας! Μήτε αμερικανός αφέντης δε θα μπορέσει τότε πια να σας τρυπώσει μες στη βράκα του, καθώς τώρα ελπίζετε! Οι πόρτες της ζωής θα κλείσουνε απ' τους ίδιους τους λαούς, κι εσείς θ' απομείνετε απόξω! Κι ολούθε μόνο Αδούλωτοι θα ξετρυπώνουν απ΄τη γη , να σας αναθεματίζουνε! Κι όπως θα σέρνεστε άταφοι μες σε κανένα ρηχό χαντάκι, κι οι σκύλοι ακόμα που θα κάμουν να σας φάνε θα ξεράσουνε! Τρέμετε δήμιοι, όπου κι αν είστε! Σιμώνει κι έρχεται να σας προλάβει η οργή των λαών!"
    Στις πρώτες μέρες που ήρθαν ύστερα από κείνες τις πρώτες μέρες του Μάρτη του 1948, οι δήμιοι βάλαν μπρος και δούλευαν πια με τις δηλώσεις: " Ή υπογράφεις το χαρτί , ή πεθαίνεις!".
" Νικήσανε", και τα αίματα απ' το βράχο τα ξεπλύνανε.
    Μέχρι τα τέλη του Απρίλη μένουν ακόμα όλοι εκείνοι που δεν έχουν κάμει δήλωση, κι αυτοί μπαίνουν σε μια χαράδρα, σε χωριστό συρματόπλεγμα, κι άρχισε πια γι' αυτούς ειδικό μαρτύριο θανάτου. Αυτοί ήταν η ομάδα κρούσης, η πρώτη γραμμάη της εμπροσθοφυλακής εκείνης της μαχόμενης στρατιάς.
" Νικήσανε" όμως ωστόσο, τα αίματα μ' επιμέλεια τα ξεπλύνανε, κι οι δήμιοι δούλευαν πια τώρα με τις δηλώσεις.
     Τώρα μπορούσαν πια να' ρχονται όλοι οι επίσημοι να κοιτάζουνε. Κι ερχόσαντε ξένοι και ντόπιοι επίσημοι και κοιτάζανε. Ήρθαν υπουργοί, πρέσβειρες και δημοσιογράφοι. Ήρθε κι ένας γραφιάς, τ' όνομά του Προεστόπουλος, για να τους δει και να γράψει. Όλα τα πάντα είναι όπως έπρεπε να' τανε, γαλήνη και αταραξία απλώνεται σ' ετούτο το στενόμακρο βράχο. Το κυματάκι του Αιγαίου, αμέριμνο κι ανυποψίαστο, έρχεται και χτυπά στ' ακρογιάλια, όπως χτυπά απ' την ώρα που κρύωσε ο πλανήτης της γης και πήδηξε απ' τη λάβα κι η Μεσόγειο.
    Μια μέρα ωστόσο, ύστερα από κείνον τον καιρό, βγήκε μια ειδική ημερησία διαταγή για όλους τους κρατούμενους κι όλες τις στρούγκες του βράχου: " Κύμα αυτοκτονιών εσημειώθη προσφάτως! Απαγορεύονται αι αυτοκτονίαι: Πας τις όστις θα αυτοκτονεί, θα παραπέμπεται αυθωρεί εις το Στρατοδικείον!"
Οι κρατούμενοι αυτοχτονούσανε για να μην κάμουνε τη δήλωση!
" Ή υπογράφεις το χαρτί , ή πεθαίνεις!"
Κι οι κρατούμενοι πεθαίνανε μονάχοι τους, για να μην υπογράψουνε.
    Κι οι γυναίκες του Μακρονησιού θυμούνταν  τώρα την Αυγοπούλου, μες στο στρατόπεδο της Χίος, τότε που ήταν ακόμα όλες μαζί εκεί κάτω, και τούς τρελάθηκε. Ήταν  τριάντα χρονών γυναίκα. Όταν μια μέρα πήγε ο άντρας της να τήνε πάρει για το τρελοκομείο, τον έπαιρνε πως ήταν χαφιές και τού φώναζε: " Όχι! Δεν υπογράφω! Το ξέρω πως ήρθες για κείνεη τη δήλωση, μα εγώ δεν υπογράφω!".
    Κι όταν καμιά φορά της ξανάρχονταν τα λογικά της η Αυγοπούλου έτρεχε κι έλεγε στις άλλες γυναίκες: " Άμα με πιάνει η τρέλα, να μου βαστάτε το χέρι! Μη τυχόν μες στην τρέλα μου πιάσω και βάλω υπογραφή! Να μη μ' αφήσετε να κάμω τη δήλωση! Να μου βαστάτε το χέρι! Κι όταν θα βγω που είμαι άρρωστη, να μην τυχόν και με βγάλετε απ' τη μεγάλη πόρτα, γιατί από κει βγαίνουνε μόνο οι δηλωσίες! Εμένα να με βγάλετε από το πισωπόρτι!".

     Περνούσε έτσι σιγά σιγά ο καιρός, περάσανε πολλοί μήνες. Ο καθωσπρέπει κόσμος μαζί μ' όλα τα σόγια του σαν να' χε πια λησμονήσει και τη Μακρόνησο και τους ρέμπελους που ήταν εκεί και ζούσανε, οπόταν ξάφνου ένα πρωί, καταμεσής της πρωτεύουσας, τα λουστάκια της Αθήνας που διαλαλούσανε σαν κάθε μέρα τις εφημερίδες, φωνάζανε:
" Εδώ ο " Δημοκρατικός Τύπος"! Τα τελευταία νέα! Αποκήρυξη  των δηλώσεων απ' τους κρατούμενους στο Μακρονήσι! Παίρνετε και διαβάζετε!"
   Ό,τι και φτάνανε να τους ξεχάσουνε, ορίστε πάλι που ξεφυτρώνανε στη μέση οι Μακρονησιώτες! Ο καθωσπρέπει κόσμος, μ' εκείνους εκεί τους ρέμπελους ησυχία, βρε παιδί μου, κατάντησε πια και δεν έβρισκε!.
" Αποκηρύχνω τη δήλωσή μου, που μού την πήρανε με τη βία....Γεωργία Κουτσονίκου, Μακρόνησος".
" Αποκηρύχνω τη δήλωση μου...Αδέρφια μου νεκροί, ανάπηροι, φυλακισμένοι, κατατρεγμένοι, επειδή θέλατε την ευτυχία του βασανισμένου μας λαού...Στέκομαι στο πλευρό σας! Στρατιώτης Γιώργης Κωστάκης, Μακρόνησος".



Μέλπω Αξιώτη , Σύντροφοι , Καλημέρα! και άλλα διηγήματα, Κέδρος 1983

Δεν υπάρχουν σχόλια :