Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Γιατί υπάρχει και μέσα μας ένας μικρός ουρανός κ' ένας μόνιμος ήλιος που περιστρέφεται


" Είδα τη γη σαν μια μάζα άσπρη και κόκκινη,
ρέουσα. Ανοίγω και κλείνω. Τα παράθυρα όλα
βλέπουν στο έγκλημα. Μ΄αν σημείωνα πράξεις
και ονόματα, Μπυές, αν γιόμιζα αγκάθια
και ζόφους στο λόγο μου, τότε
θάταν ως να μαυροφορώ στον απογυμνωμένο
ήδη από φως πλανήτη μας την αγγελικότητα.
(Προστατεύω το άσπρο δέντρο των ανθισμένων μου
λέξεων, αυτή τη μικρή μυγδαλιά του Θεού)

Λαοί και λαοί με το στήθος τους
κεντημένο απ' το συρματόπλεγμα και νεκρόν
μες στη θλίψη τους το μεσία, μού ζήτησαν
μια φωνή και την έδωσα. Κι άλλο δεν ήθελα
παρά μόνο: συγκρατώντας το χώμα μου
γύρω από μια μικρή ίνα ζωής
να καταθέσω στη γης στεγνωμένα απ' τον ύψιστο
ήλιο τα χέρια μου. Να εξασφαλίσω μια θέση
 παρουσίας - να μπαίνει απ' τον ένα
αιώνα στον άλλο η φωνή μου που περικλείει
το πρόσωπο μου, να διαμαρτύρεται.
Γιατί ο άνθρωπος , Μπυές, και παρ' όλο
που χωράς το είδωλό του, πληρεί το απροσμέτρητο
κενό με τα μέτρα του. Γι' αυτό κ' οι ορίζοντες έγιναν
τόσο ευρείς: να χωρούν οι κινήσεις της ψυχής
και η έκσταση ενός μάρτυρα που ονειρεύεται.

Συννεφιές ατελεύτητες πορευόντουσαν πάνω μου,
δίχως ραγάδες φωτός, αποστάσεις ελπίδων.
κρεμούσαν τους ίσκιους τους στην καρδιά μου,
την πλήγωναν` το φως που είχε μέσα της
έβγαζεν αίμα, αλλ' έμενε φως.
Γιατί υπάρχει και μέσα μας ένας
μικρός ουρανός κ' ένας μόνιμος ήλιος 
που περιστρέφεται. Κι όταν κλείνουν οι πόρτες
και γίνονται τα παράθυρα ένα
με το σκοτάδι κ΄η μόνωση ανάμεσα
στον κόσμο σε βγάζει έξω απ' τον κόσμο, 
τότε γίνεται μέσα σου ένα σέλας που αλείφει
τα γυμνά πληγωμένα σου 
τοπία με χρώματα."

Νικηφόρος Βρεττάκος, Το ποτάμι Μπυές και τα εφτά ελεγεία, Τα Ποιήματα , Τρία Φύλλα, 1984, 2η έκδοση

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Αυγινό προαίσθημα

" Καμιά φορά τυχαίνει να ξυπνάς μ' ένα προαίσθημα μακρινής ευτυχίας ή επιτυχίας, τρίβεις τα μάτια σου, κοιτάς το παράθυρο, ψάχνεις για κάτι που να επαληθεύει το προαίσθημά σου. Το φως είναι απαλό και σοβαρό. Δε σού είχε υποσχεθεί τίποτα. Δεν σού επιτρέπεις να το ανακρίνεις. Γυρίζει απ' το γαλάζιο στο ρόδινο κι ύστερα στο χρυσό. Κάτω απ΄τα όμορφα χρώματα μαντεύεις το πλατύ κενό που δεν επικυρώνει τις καλές σου διαθέσεις. Ανοίγεις διάπλατα το παράθυρο. Ήλιος. Οικιακός ουρανός. Κι ένα μικρό σύννεφο άσπρο. Ίσως αυτό. Πλένομαι βιαστικά για να προφτάσω κάτι, δεν ξέρω τι. Και το νερό, τόσο δροσερό, συνεργατικό, δίνει ένα επιχείρημα στην αναμονή μου. Ψήνω τον καφέ μου` είμαι ευχαριστημένος από τον ευατό μου` νοικοκυράκος, αυτεξούσιος κι ομορφούλης. Το επιβεβαιώνει ο καθρέφτης. Πίνω τον καφέ μου όρθιος μπροστά στον καθρέφτη. Ανάβω και τσιγάρο. Όλα είναι όμορφα, το φως, ο καπνός, το τραπέζι με τα χαρτιά μου, το στιλό μου, που χτες βράδυ, τελειώνοντας κάποιο γραφτό μου, δεν άντεξα, το φίλησα. Αν χτενιστώ, θα γίνουν ακόμη πιο όμορφα. Γιατί πάντα υπάρχουν και δυο και πέντε και δέκα βαθμοί παραπάνου. Όπως και τα παπούτσια σου, απ' τα βρεφικά ως τα αντρικά, χρόνο με το χρόνο μεγαλώνουν τα νούμερα ώσπου να φτάσουν το 40 ή 42, το πολύ 44, και τότε σταματάνε. Αυτό το σταμάτημα δείχνει πως αρχίζεις πια να γερνάς. Όμως τα ωραία πράματα, όπως οι ζωγραφιές, τα ποιήματα, τ' αγάλματα, ποτέ δεν γερνάνε, άρα δεν σταματάνε να προσθέτονται βαθμοί παραπάνου και παραπάνου. Να, λοιπόν, που' χε δίκιο πρωί πρωί  κείνο το προαίσθημα. Κι είμαι βέβαιος πως η τριανταφυλλιά του Αριόστου κάπου θα υπάρχει ακόμα, σ'έναν κηπάκο, σε μιαν αυλή, γιατί εκείνη η όμορφη μονοκατοικία, με το πηγάδι, τις δυο κυδωνιές, το δεντρολίβανο, τη μια γαζία, δόθηκε με αντιπαροχή, και τώρα στη θέση της στάθηκαν πέντε πατώματα τσιμέντο. Όμως οι τριανταφυλλιές φεύγουν μαζί με τις πεταλούδες και τις μέλισσες, βρίσκουν κάποια γωνιά ν' αράξουν, να πουν τα χαιρετίσματά τους και να θυμιάσουν ένα εαρινό δειλινό και τη μνήμη. Κι όταν λέμε " θυμάμαι" αυτό που θυμόμαστε δεν έχει χαθεί, όπως τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων ή τα άλλα του Παραδείσου..."(απόσπασμα)

Γιάννης Ρίτσος,  Όχι μονάχα για σένα (Μυθιστόρημα) , Κέδρος, Αθήνα 1985, 2η έκδοση

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Dulce Pontes










Dulce Pontes

Γεννήθηκε στο Μοντσίζο της Πορτογαλίας το 1969 και κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Εθνικό Φεστιβάλ τραγουδιού της χώρας της το 1991. Εκείνη τη χρονιά μάλιστα εκπροσώπησε την Πορτογαλία στον Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision όπου κέρδισε το βραβείο καλύτερης ερμηνείας. Ήταν η πρώτη φορά που ολόκληρη η Ευρώπη και ο κόσμος άκουγε την υπέροχη φωνή της.
Αυτό ήταν και το σημείο εκκίνησης για τη μεγάλη τραγουδίστρια. Άρχισε να ψάχνει για τις ρίζες της πορτογαλικής μουσικής, συμπεριλαμβανομένης και της παραδοσιακής φάντο, την οποία κατάφερε να «ζωντανέψει» ξανά, αν και θεωρείτο ξεπερασμένο είδος.
Όπως απέδειξε με τα χρόνια και τις δισκογραφικές δουλειές της, η Ντούλτσε Πόντες δεν επαναλαμβάνει το μουσικό παρελθόν, και η φωνή της δεν περιορίζεται σε κάποιο συγκεκριμένο στυλ ή σε κάποια όρια. Ο τρόπος που ερμηνεύει, από μόνος του, είναι ένα είδος μουσικής. Έτσι, ακόμη και όταν τραγουδάει ροκ, ποπ, φάντο ή κάποιο παραδοσιακό τραγούδι άλλης χώρας, είναι μοναδική.
Θα μπορούσε να είχε γίνει χορεύτρια αλλά στη σχολή χορού που πήγε στα 14 χρόνια της της είπαν ότι ήταν αργά για να αρχίσει μαθήματα.
Το 1992 κυκλοφορεί το πρώτο άλμπουμ της «Λουσιτάνα» και από τον επόμενο χρόνο, με τη δεύτερη δισκογραφική δουλειά της, το «Λάγκριμας», γίνεται πολίτης του κόσμου. Ακολουθεί το άλμπουμ «Α Μπρίσα ντο Κορακάο» (1995), το διπλό λάιβ «Καμίνος» (1996), οι συνεργασίες της με τον Αντρέα Μποτσέλι και τους Βραζιλιάνους Σιμόνε και Γκαετάνο Βελόσο.


Το 2003, στο άλμπουμ «Φόκους Μορικόνε εντ Ντούλτσε Πόντες», ερμηνεύει συνθέσεις του Ένιο Μορικόνε, που συμμετέχει ο ίδιος στην ηχογράφηση. Στην τελευταία δισκογραφική της δουλειά, το «Ο Coracao Tem Tres Ρortas» (Η καρδιά έχει τρεις πόρτες) επιχειρεί τη μεγάλη στροφή στην καριέρα της, την επιστροφή της στα φάντο. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι ξεπερνά ακόμη και το είδωλο Αμάλια Ροντρίγκεζ (στην οποία μάλιστα αφιέρωσε το άλμπουμ της), την πρέσβειρα των φάντο η οποία θαύμαζε και χειροκροτούσε το νέο «διαμάντι» της Πορτογαλίας.
Πολύ σημαντικές είναι οι «ελληνικές» συνεργασίες της Ντούλτσε Πόντες με τον Γιώργο Νταλάρα, τον Στέφανο Κορκολή και την Ελευθερία Αρβανιτάκη.
Σε συνέντευξή της στην εφημερίδα «Μακεδονία» το 2009 και στην ερώτηση ποια θεωρεί κοινά στοιχεία στη μουσική της πατρίδας της και στην ελληνική μουσική απάντησε: «Είναι πολλά. Ζούμε στην ίδια περιοχή, στη Μεσόγειο, που είναι οι θάλασσά μας. Θα έλεγα ότι μοιραζόμαστε κοινή ζωή, αισθήσεις και αισθήματα. Έχουμε ίδια προβλήματα, όπως το πάθος, η φτώχεια, η νοσταλγία, η αγάπη, ο θάνατος, τα οποία οι λαοί μας αντιμετωπίζουν λίγο πολύ με την ίδια φιλοσοφία. Άρα είναι κοινός ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν Έλληνες και Πορτογάλοι. Η μουσική είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο έκφρασης, αν όχι το καλύτερο. Είναι σίγουρο ότι η δική μας μουσική, το φάντο, είναι πολύ κοντά στη δική σας μουσική, το ρεμπέτικο, όπως είναι και κοντά στο ισπανικό φλαμένκο. Θα ήθελα πολύ κάποια στιγμή να κάνω ένα πρόγραμμα που θα περιλαμβάνει αυτά τα τρία είδη μουσικής».


Οι πληροφορίες από το Μουσικοδρόμιο

Περισσότερα τραγούδια εδώ

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Προαγγελία Θυελλωδών ανέμων...

          " Ανάμεσα στα 1940 και στα 1943, η ελληνική κοινωνία γνώρισε έναν πόλεμο με τύχες μεταβαλλόμενες, τη στρατιωτική κατοχή  από τις δυνάμεις του Άξονα, που μαζί τους έφεραν και εφάρμοσαν τις εφιαλτικές παραμέτρους του φασισμού και του ναζισμού, τις στερήσεις, την πείνα και τελικά την επαναδιάταξη όλων των οικονομικών λειτουργιών. Γνώρισε τη βία της κατάκτησης, τη λεηλασία, την εκμετάλλευση ανθρώπων και υλικών χωρίς φραγμούς και όρια, και προπαντός γνώρισε την ταπείνωση , ως τις έσχατες μορφές της. Γνώρισε την ηθική κατάπτωση της πολιτικής, την προδοσία, τη στροφή των ισχυρών ενάντια στον ίδιο το λαό τους, τη ρήξη της παλιάς ιεραρχίας κάτω από το βάρος της μονομερούς καταγγελίας κάθε επιμέρους  " κοινωνικού συμβολαίου".

      Γνωρίζοντας όλα αυτά η ίδια η κοινωνία, η πραγματική, όπως είναι όλες οι κοινωνίες των ανθρώπων, με τις αρετές και τις μικρότητές της, απάντησε με την Αντίσταση, με το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, το ΕΑΜ. Για αυτό το τελευταίο, πολύ λίγα πράγματα θα βρείτε στα σημερινά σχολικά βιβλία της ιστορίας. Για πολλούς και διάφορους λόγους, αυτό το πρωτοφανές και τεράστιο κίνημα δεν έγινε καθεστώς, δεν νίκησε στην αναμέτρηση με τους εχθρούς του. Δια πυρός και σιδήρου, με πόλεμο ως τα 1949, με τον ποικιλότροπο διωγμό ως τα 1974, εξοβελίστηκε από την κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας. Σήμερα κοντεύει να ξεχαστεί και από τους πολιτικούς` οι μόνοι που επιμένουν στην καταλυτική σημασία του, ανήκουν στον ίδιο πολιτικό χώρο που μπόρεσε  στα  δύσκολα  χρόνια να "διαβάσει" τη συγκυρία και να συμπορευθεί με τη λαϊκή έξαρση, ενσωματώνοντας τη δική του οργανωτική "τεχνογνωσία" σε αυτό: για τους κομμουνιστές γίνεται λόγος. Για τους ακαδημαϊκούς δασκάλους ας μην πούμε τίποτα. Όπως συνήθως συμβαίνει, οι περισσότεροι δείχνουν πρόθυμοι να "προσαρμοστούν" , με τον τρόπο που οι εκάστοτε ισχυροί επιθυμούν και υπαγορεύουν.

     Και όμως το ΕΑΜ υπήρξε και οι κομμουνιστές αποτέλεσαν βασική παράμετρο της ιστορίας του 20ου αιώνα σε ολόκληρο τον κόσμο - και στην Ελλάδα φυσικά. Το να μιλήσει δε κανείς γι' αυτό, αποτελεί προϋπόθεση για να μελετήσει την ιστορία. Εκτός, αν όντως η ιστορία  " τελείωσε" και από κάποια περίεργη πόρτα η ανθρωπότητα διάγει πλέον τα πρώτα της βήμτα στον κήπο του παραδείσου: του παραδείσου της "αγοράς" , εξυπακούεται.

      Ας αφήσουμε όμως της αστειότητες...




     Το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο υπήρξε αρχικά μια καταστατική συμφωνία κορυφής. Οι ιδρυτικές συνιστώσες του ήταν, εκτός από το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, μικροί σχηματισμοί της αριστεράς και ανεξάρτητες προσωπικότητες[...] Φυσικά , αποτελούσαν μέρος του ΕΑΜ οι μαζικές οργανώσεις τοτ αντιστασιακού κινήματος, η Εθνική Αλληλεγγύη, το ΕΕΑΜ και αργότερα η ΕΠΟΝ.


      Η ημερομηνία ίδρυσης του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου ήταν η 27η Σεπτεμβρίου 1941.



Από στενά πολιτική άποψη, η ίδρυση του ΕΑΜ μπορούσε να θεωρηθεί αποτυχία. Κανένας από τους μεγάλους πολιτικούς σχηματισμούς της χώρας , ή έστω κάποιο σημαντικό τμήμα από αυτούς, καμία τρανταχτή προσωπικότητα της πολιτικής ζωής της χώρας  δεν πήρε μέρος στο μέτωπο. Όμως μικρή σημασία είχαν όλα αυτά. Στις τότε συνθήκες,, είναι πιθανόν ότι ούτε οι οι ίδιοι οι πρωτεργάτες της κίνησης αυτής είχαν συναίσθηση της δυναμικής που απελευθέρωναν με το νέο σχήμα. Δεν κρίνοταν στις προσωπικότητες ή στα κληροδοτήματα του παρελθόντος το πολιτικό παιχνίδι. Κρινόταν στις κοινωνικές λειτουργίες της δύσκολης και καινοφανούς συγκυρίας. Με άλλα λόγια, το ζητούμενο ήταν η συνάντηση του νέου σχήματος με την κοινωνία και τις διεργασίες της.

      Στο τελευταίο πεδίο, πέρα από το εξαιρετικά χρήσιμο εφόδιο της πείρας  των κομμουνιστών στις μαζικές εκδηλώσεις και κινητοποιήσεις, οι ιδέες ήταν εξαιρετικά περιορισμένες και κάτω από διαρκή αλλαγή και προσαρμογή. Οι πρώτες εαμικές εκδηλώσεις στην κατεχόμενη Αθήνα ήταν συμβολικά πατριωτικές. Στις 28 Οκτωβρίου , για παράδειγμα, το κεντρικό σύνθημα ήταν " ΕΑΜ- τσαρούχι", σε υπόμνηση προφανώς των ελληνικών κατορθωμάτων στην Αλβανία, και στόχος ήταν το στεφάνωμα των "εθνικών μνημείων" στην πρωτεύουσα. Οι Ιταλοί κατακτητές ενοχλήθηκαν , οι Γερμανοί μάλλον χαμογέλασαν χαιρέκακα για τα "παθήματα" των συμμάχων τους, και το ΕΑΜ άρχισε να γίνεται γνωστό στον κόσμο της Αθήνας. Πολύ απείχε  όμως ακόμα από το να εκπροσωπεί και να εκφράζει πολιτικά αυτόν τον κόσμο.

      Τα μεγάλα βήματα έγιναν λίγους μήνες αργότερα. Από την αρχή κιόλας της περιόδου της επισιτιστικής κρίσης και των στερήσεων , το ΚΚΕ αρχικά, το ΕΑΜ αργότερα, συνδέθηκαν με τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας των αποκομμένων φαντάρων , από την Κρήτη πρώτα απ' όλα, που ζητούσαν να εξασφαλιστεί η επιστροφή στην ιδιαίτερη πατρίδα τους. Τον σκληρό χειμώνα που ακολούθησε, το ΕΑΜ οργάνωσε επίσης τον αγώνα των αναπήρων πολέμου, που είχαν συσσωρευτεί και αφεθεί στη μοίρα τους στα νοσοκομεία της πρωτεύουσας. Το διπλό πρόσωπο των κινητοποιήσεων των αναπήρων έκφραζε με τον καλύτερο τρόπο  τον αγώνα του ΕΑΜ. Οι ανάπηροι είχαν θυσιαστεί για την πατρίδα, ήταν ζωντανό και ενεργό σύμβολο του πατριωτισμού. Ταυτόχρονα , πέθαιναν από την πείνα, τις στερήσεις και την εγκατάλειψη του επίσημου κράτους. Οι μεγάλες κινητοποιήσεις των αναπήρων , βαθύτατα πολιτικές και γεμάτες μηνύματα , έφεραν το ΕΑΜ στην Αθήνα στην πρώτη σειρά της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Οι κατοχικές κυβερνήσεις δεν το ξέχασαν αυτό. Στα 1943, η πρώτη μεγάλη επιχείρηση των Ταγμάτων Ασφαλείας στράφηκε ενάντια στους αναπήρους και τα νοσοκομεία.


      Οι αγώνες των αναπήρων έφεραν το ΕΑΜ στην πρώτη γραμμή των αγώνων διεκδίκησης. Στον τομέα αυτό τού έδωσαν αίγλη και αξιοπιστία. Πολύ γρήγορα αυτού του τύπου οι κινητοποιήσεις έπαψαν να περιορίζονται σε "ειδικά" τμήματα αναξιοπαθούντων και απλώθηκαν σε ολόκληρη την κοινωνία. Στη διάρκεια του 1942 [...] το ζήτημα της κατανομής των διαθέσιμων ήρθε στην πρώτη γραμμή του πολιτικού αγώνα. Όταν ήρθε αυτή η ώρα , το ΕΑΜ ήταν ήδη στο κεντρικό προσκήνιο της πολιτικής και κοινωνικής λειτουργίας.

 Η βάση για τις μαζικές κινητοποιήσεις ήταν ήδη έτοιμη. Όλες αυτές οι ενώσεις, οι καταναλωτικοί συνεταιρισμοί, οι ομάδες επιβίωσης που είχαν δημιουργηθεί τον καιρό των μεγάλων στερήσεων , διεκδικούσαν πλέον από την κυβέρνηση και τις αρχές κατοχής το δικαίωμά τους στη διανομή και στη διαχείριση  των διαθέσιμων ειδών πρώτης ανάγκης. Θεωρούσαν , πολύ δίκαια και σωστά, ότι με τις δικές τους ενέργειες  είχε σωθεί ο κόσμος της Αθήνας από την πείνα.  Ήταν φυσικό να μην αναγνωρίζουν στην κυβέρνηση , στους μεγαλεμπόρους και στους μαυραγορίτες  το δικαίωμα να μονοπωλούν αυτοί τα διαθέσιμα και να κανοναρχούν την πολιτική επισιτισμού για δικό τους όφελος. Η οργανωτική απογείωση του ΕΑΜ , τους τελευταίους μήνες του 1942 και τους πρώτους του 1943, ήταν φυσικό επακόλουθο αυτών των εξελίξεων. "

Από το εξαιρετικό βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη, Προαγγελία Θυελλωδών ανέμων..., Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009

   

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Το σχολείο που κατέβηκε σε απεργία


" Την 1η Απριλίου 1914 το συμβούλιο του κοινοτικού σχολείου του Μπέρστον απέλυσε τη διεθύντρια και τον υποδιευθυντή του σχολείου. Ενώ ήταν έτοιμοι να εγκαταλείψουν το πόστο τους και το χωριό, άκουσαν φωνές από παιδιά που διαδήλωναν και τραγουδούσαν. Τα παιδιά του σχολείου- 66 από τα 72- είχαν κατέβει σε απεργία.

Αυτή είναι η μυθιστορηματική αφήγηση εκείνης της απεργίας, η ιστορία του πώς η διευθύντρια Άννι Χίγκντον ήρθε σε αντιπαράθεση με τη διοίκηση, διεκδικώντας αξιοπρεπείς συνθήκες στο σχολείο, που ήταν υγρό, κρύο και ανθυγιεινό, και του πώς ο άντρας της Τομ, ο υποδιευθυντής, αγωνίστηκε για να εξασφαλίσει δίκαιες και ανθρώπινες συνθήκες ζωής και εργασίας για τους εργάτες των αγροκτημάτων. Για όλα αυτά, οι κρατούντες αποφάσισαν να τους διώξουν.

Αλλά τα παιδιά του σχολείου πίστευαν στις καλές προθέσεις των δασκάλων τους και προχώρησαν σε απεργία. Με οδηγό ένα 13χρονο κορίτσι, διαδήλωσαν γύρω από το σχολείο με πλακάτ και αρνήθηκαν να επιστρέψουν στο σχολείο. Οι αρχές πίεσαν τους γονείς καλώντας τους σε αλλεπάλληλες δίκες και επιβάλλοντας ποινές και πρόστιμα. Η απεργία όμως συνεχίστηκε.

Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το βιβλίο αυτό είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα για μια ομάδα παιδιών που ενώθηκαν για να πολεμήσουν για το καλό και το δίκαιο, είναι η ιστορία ενός σχολείου που κατέβηκε σε απεργία" 

( Εισαγωγικό σημείωμα στο βιβλίο)

Η συγγραφέας Πάμελα Σκόμπι γράφει στην αφιέρωση της " Στην Τζένετ και όλους τους δασκάλους μου- προηγούμενους, τωρινούς και μελλοντικούς" και στην αρχή του πρώτου μέρους παραθέτει τα εξής:


Ζω:


Για καθετί που χρειάζεται υποστήριξη
                                    Για τ' αύριο που βρίσκεται μακριά
 Για τ' άδικο που χρειάζεται αντίσταση                                Για το καλό που μπορώ να κάνω


( Λόγια γραμμένα στη ράχη ενός λογιστικού βιβλίου που ανήκε στον Τζότζεφ Αρτς, τον ιδρυτή των σωματείων αγρεργατών, που επισκέφθηκε ο Τομ Χίγκτον(ο μετέπειτα υποδιευθυντής) το 1909)



 Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη το 1994. Κάνοντας μια έρευνα στο  internet διαπίστωσα ότι είναι διαθέσιμο από ορισμένα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία

 Αξίζει να το αναζητήσετε και να το διαβάσετε, διότι όπως γράφει η συγγραφέας στο επίλογο 

" Αυτή είναι η πραγματική αφήγηση της μεγαλύτερης απεργίας στην Ιστορία*. Όλοι όσοι αναφέρονται σε αυτό το βιβλίο υπήρξαν πραγματικά ...Το 1989 επισκέφτηκα το Μπέρστον....Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς εβδομήντα παιδιά σε ένα δωμάτιο, αλλά η Άννι, αληθινή στην περιγραφή της, είχε φροντίσει να υπάρχουν πολλά παράθυρα για καθαρό αέρα και ένα μεγάλο τζάκι με χαραγμένες πάνω τις λέξεις ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΑΝΘΡΩΠΙΑ.Μια πλάκα αναφέρει τα ονόματα των παιδιών που έλαβαν μέρος, και στους εξωτερικούς τοίχους αναφέρονται τα ονόματα εκείνων που συνέβαλαν στην κατασκευή του κτιρίου..."

Πάμελα Σκόμπι, Το σχολείο που κατέβηκε σε απεργία

Οι φωτογραφίες από εδώ
Burston Strike School

* Στην ιστορία της Μ. Βρετανίας στο διάστημα 1914-1939

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Σωτήρης Δημητρίου, Σχώρα με

                           Γιώργος Μαυροΐδης

       Δεν είδε άσπρη μέρα κοντά του. Έτσι λέγανε στο χωριό, αλλά ποιος μπορεί να ξέρει. Όλοι τότε απόρησαν. Το άρρωστο; Το άρρωστο, το ανάπηρο, το δολιοπαίδι, τέτοια και παρόμοια έλεγαν. Έγινε ο γάμος και την ίδια μέρα ζεύτηκε. Στα λόγγα για κλαρί, στις γαύρες και στα ξερικά, όργωμα, θέρο, στην αράδα με τις αίγες. Όλη την μέρα, όλα τα χρόνια και κόντευαν τριάντα τόσα. Όσο άργαζαν και σκλήραιναν τα χέρια της, τόσο αυτός άσπριζε και μαλάκωνε απ' την κλεισούρα και το καθιστό, Πόσες φορές γύρισε από τον άλλο κόσμο; Τώρα και τώρα θα πεθάνει και την άλλη μέρα τον έβλεπαν να λιάζεται, στην πάνινη καρέκλα, με κουβέρτες στα πόδια. Μοσκοβόλαγαν κι αυτός κι οι κουβέρτες. Γιατρούς, γιατρικά, νοσοκομεία κάθε τόσο.

      Δεν τα ‘βγαζαν πέρα, έγινε και μικρομπακάλισσα. Κατέβαινε στο Φιλιάτι και αγόραζε αλάτι, ζάχαρη, φτηνοπαίγνιδα, που μεταπουλούσε σε μια τρύπα που διαμόρφωσε στο σπίτι τους. Αυτό στάθηκε και η αίτια ν' ακουστούν μια και μοναδική φορά στο χωριό. Έχασε κάποτε το λεωφορείο και ξημέρωσε στο Φιλιάτι. Με το που ήρθε, οι φωνές του σήκωσαν το χωριό, δεν της βγήκε κουβέντα. Μονάχα του 'πε αφού ξέσπασε «σώπα γινήκαμαν όνομα».

    Από κείνη την μέρα άλλαξε κι αυτή. Έκοψε την εκκλησία που πήγαινε καμιά φορά, τους έκοψε όλους. Απ' τις δουλειές στο σπίτι. Στο μαγαζί δεν άλλαζε λόγο μ' άνθρωπο, πέρα από τ' αναγκαία. Γέρασε πριν την ώρα της. Τα χείλη και τα βυζιά έμασαν, γιόμισαν χαρακιές το σώμα κόντυνε, οι ώμοι μπήκαν. Αν όμως κανένας έβλεπε τα μάτια της θα τα 'χανε, ώρες ώρες, απ' την ησυχία και την γλύκα που 'χαν μέσα.

    Έσβησε γαλήνια. Χρόνια με την αρρώστια, τον αψήφαγε τον θάνατο. Τον τελευταίο καιρό δεν σηκωνόταν καθόλου απ' το κρεβάτι. Του ανασήκωνε λίγο το χέρι, τ' άφηνε, κι αυτό ντουπ, έπεφτε άψυχο.

«Δεν μπορώ άλλο» της είπε. «Δεν θα με βρει η άνοιξη». Την μέρα που θα πέθαινε, της έδωσε, τις τελευταίες παραγγελίες. Αυτή να τον κουμαντάρει νεκρό, να τον βάλει πλάι στη μάνα του, να του 'χει κιβούρι καθαρό και με λουλούδια, όπως τον είχε καθαρό τόσα χρόνια στα ζώντα.

«Δεν βαρυγκώμησα με την ζωή μου γιατί ήσουν εσύ. Δεν φοβούμαι πως θα πεθάνω γιατί είσαι εσύ. Φεύγω ευχαριστημένος γιατί είχα εσένα».

Κόμπιασε πολλή ώρα.

«Για κείνη την μέρα θέλω να σχωρεθούμε.»

Έσκυψε το κεφάλι της. Της το κράτησε ζεστά και την κοίταξε στα μάτια με όλη την αγάπη του.

«Στάθηκες άξια πλάι μου σου χαράμισα την ζωή, σχώρα με».

Ξέφυγε απ' το βλέμμα του, έσκυψε πάλι το κεφάλι, δεν έκρινε.

Στην αγκαλιά της άφησε την τελευταία πνοή.

    Αυτή τον έπλυνε, αυτή τον ξύρισε, αυτή τον έντυσε. Αυτή είχε την έγνοια για όλα. Δεν άφησε άλλον. Δεν πρόσπεσε ποτέ σε κανέναν, όσο ζούσε, όχι τώρα. Δεν ένιωσαν τίποτα γι' αυτούς, κι ας έλεγαν για τα αταίριαστα ζευγάρια «παρ' τα μάτια μου και δες». Ας το 'λεγαν τίποτα δεν ένιωσαν. Τι ήξεραν απ' το κορμί του, την κίνηση του, που ενοχλούσε λιγότερο από μερμήγκι; Δεν του άκουσε ποτέ φλέμα, δεν σιχάθηκε ποτέ. Ούτε άσχημο λόγο του άκουσε. Μονάχα εκείνη την μέρα, που δεν σβήστηκε ποτέ από μέσα της κι όλο την έκλωθε και την έκλωθε τα χρόνια που ακολούθησαν. Τι ήξεραν για τα μάτια του, που δεν χόρταινε να πλέει μέσα τους; Όλος εκείνος ο πόνος, η αξοδεψιά, η ανημπόρια γύρισαν κι έγιναν χρώματα και ζέστα και ανθρώπινο μέστωμα και βαθύτατη παρηγορητική αδιαφορία και πίστη.

«Θα διαβεί, πουλί μου, θα διαβεί, κι αλλού θ' ανταμώσουμε» σαν να της έλεγαν.

     Και πως έλαμπαν σαν την αντίκριζαν. Ήταν περήφανη γι' αυτήν την λαμπρότητα που 'χε μέσα κι όσα το κορμί δεν μπορούσε. Άναβε τις νύχτες το φως, για να τα δει μιαν άλλη φορά, κι αυτός ήξερε και τα έσμιγε με τα δικά της, χαρμόσυνα, γαλήνια, ανάλαφρα. Ήταν όλος εκεί. Και δεν ήταν όμως. Μονάχοι είμαστε, πουλί μου, μα για πράγματα που μόνο εμείς νιώθουμε έχουμε ο ένας τον άλλον και δεν τον έχουμε, μα που εγώ θα σ' αφήσω μόνο όταν πεθάνω και ούτε τότε θα σ' αφήσω, Έχασε τα μάτια του, έχασε τον κόσμο. Ποιος ανήμπορος. Το 'νιωσε απ' την στιγμή που πρωτοκοιτάχθηκαν. Όχι; δεν πήγε χαράμι η ζωή της. Αγάπησε κι αγαπήθηκε: Ας τον είχε ζωντανό κι ας μην άκουγε ούτε την κουβέντα του.

   Αυτή έσκαψε τον τάφο. Να μην υποχρεωθεί σε κανέναν από κείνους τους άντρες. Κλοιός. Τόσα χρόνια σε κλοιό, Έρχονταν στην τρύπα τάχα για κάνα τσίπουρο κι ένιωθε στην πιο άχρωμη κουβέντα, στο πιο καλόβολο βλέμμα την αρσενική κρούση.

«Τι να σου κάνει το ανάπηρο. Εδώ είμαι 'γω». Εκεί ήταν όλοι. Από δεκαπεντάχρονα παιδιά, μέχρι τους γερόντους και τους φαντάρους του φυλακίου. Κλοιός. Όταν άρχισε να πηγαίνει στο Φιλιάτι, έγιναν κι εχθρικοί.

«Δεν σου κάνουμε εμείς; Πας σε ξένους;»

Εχθρικοί και ωμοί. Περίτρεχαν το κορμί της με βλέμμα επίμονο, αδιάντροπο, σαλιωμένο. Ένας έφτασε τρέμοντας να κολλήσει πίσω της. Να ‘ξεραν από μια μεριά πόση χαρά της έδιναν. Αυτή αγάπησε κι αγαπήθηκε.

      Στο ξενύχτισμα έκατσε στην κορυφή, στο κεφάλι του, και κάθε τόσο καθάριζε λίγο σάλιο που 'φευγε απ' το μπαμπάκι, ταχτοποιούσε τα σεντόνια, τα λουλούδια, Τα χαράματα, με το πρώτο φως έπιασαν οι γριές και οι γυναίκες το μοιρολόι. Άρχισαν με τις παραγγελίες για τους δικούς τους νεκρούς. Έλεγε μια γριά για τον γιο της.

«Να του πεις, ωρέ Χριστάκη μου, καλά λόγια. Τα παιδάκια του τα ‘χουν τ' αδέρφια του, καλύτερα απ' τα δικά τους»,

Κατόπιν άρχισαν όλες μαζί να λένε για τον νεκρό.

«Ώρα καλή, μωρέ βασανισμένο κορμάκι, να σ' αναπάψει ο Θεός».

Τα 'κλωθαν σ' έναν κύκλο αφόρητης απώθησης και λυτρώσεως. Αγρίευε ο σπαραγμός, απάνθρωπος, ανηλεής κι έπεφταν κατόπι, τρομαγμένες οι ίδιες, σ' ένα κατηφορικό, ανακουφιστικό «ου ου ου ου ου...».

Έλεγε το στόμα τους κουβέντες που δεν έβγαιναν απ' το μυαλό, ούτε απ' την καρδιά, παρά από έναν σκοτεινό άνυδρο τόπο, που είναι λίγο να τον πούμε ψυχή. Μονάχα αυτή ήταν βουβή, μια στεγνή γραμμή το στόμα της. Λίγο πριν κάνουν την εκφορά άρχισε μια, κατά το έθιμο, να μιλάει με το στόμα του νεκρού.

«Σ' ευχαριστώ, μωρή νοικοκυρά μου, για όσα έκανες για μένα και να στα χαλαλίσει ο Θεός».

    Τότε πρώτη της φορά σηκώθηκε κι έπεσε πάνω στο αγαπη-μένο πρόσωπο. Άνοιγε το στόμα της να μιλήσει, δεν έβγαινε ήχος. Σαν της όρνιθας το στόμα, που το κεφάλι είναι πέρα σφαγμένο κι ανοίγει το ράμφος απελπισμένα, να στείλει αέρα που. Του άνοιγε τα παγωμένα μάτια να δει τις κόρες, να του μιλήσει εκεί. Χαμένες, έβλεπε μόνο λερωμένο άσπρο. Εν τέλει βγήκε ήχος ασθενικός, που τον άκουσε μονάχα ο νεκρός.

«Σχώρα με. Σχώρα με».


Σωτήρης Δημητρίου, «Η φλέβα του λαιμού», εκδόσεις Πατάκη, 1998.

Πηγή: Μικρός Απόπλους


Το περιβόλι

                                                  Νίκη Ελευθεριάδη

Το περιβόλι

Ήρθα στον κόσμο αυτό να φτιάξω περιβόλι
να σχηματίσω ένα δέλτα στην έρημο,
να φυτέψω λεμονιές για τους γάμους σας
να συνθέσω τα χρώματα φτιάχνοντας
 ουράνια τόξα για τα παιδιά
που θα παίζουνε στο χορτάρι μου
όταν εγώ θα κοιμάμαι βαθιά
και το χαμόγελό μου θα κρέμεται ολόλευκο
σ΄ένα κλωνάρι μυγδαλιάς
που ο ουρανός θα το κουνάει.

Να φύγω αφήνοντας πίσω μου
ένα λιβάδι μ' απίθανα χρώματα,
έτσι που να μπορείτε να έχετε όλοι σας
ένα μπουκέτο καλωσύνης στο τραπέζι σας
έτσι που νάχει κι ο Χριστός δυο λουλούδια στα χέρια του
την Κυριακή που θα τον βγάλει η μητέρα του
να τον φωτογραφίσει με τους ψαράδες.

Νικηφόρος Βρεττάκος , Βασιλική Δρυς, Τα Ποιήματα , τ.1, Τρία Φύλλα, 1984, β΄έκδοση

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Στα παζάρια όλης της γης παίξαν ζάρια τη χαρά μου



Στο παζάρι του ληστή
πούλησα τα δάκρυα μου
κι ηύρα την πόρτα σου κλειστή,
αγάπη, αγάπη, αγάπη μου
πούλησα και την καρδιά μου...

Στο παζάρι του φονιά
σ' έφεραν σαν περιστέρι
Σάββατο βράδυ στις εννιά
και πούλησα, και πούλησα
τα μάτια μου κι αγόρασα μαχαίρι...

Στο παζάρι της αυγής
πούλησα και τη φωνή μου
πήρανε και το αίμα μου,
αγάπη, αγάπη, αγάπη μου
πέτρα της υπομονής μου...

Στα παζάρια όλης της γης
παίξαν ζάρια τη χαρά μου
κι αγάπη μου σ' αγόρασαν
μ' αλυσίδες, μ' αλυσίδες και πληγές
και καρφιά στον ερωτά μου...


Ο Πέτρος Πανδής τραγουδά το «Στο παζάρι του φονιά» από την Αρκαδία II του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση Μάνου Ελευθερίου.Η σύνθεση έγινε στην Ζάτουνα τον Ιανουάριο του 1969 όπου ο Μίκης βρισκόταν εξόριστος.
Η ηχογράφηση έγινε το 1973 στο Παρίσι.
Κιθάρες παίζουν ο Νίκος Μανιάτης και ο Νίκος Μωραΐτης.

Κυριακή πρωΐ



Όταν ξημερώσει
πριν να τελειώσει η εκκλησιά
Θα'ρθω να σε πάρω
Και θα σαλπάρω για μακριά

Ήσυχο το κύμα
κι είναι πρίμος ο καιρός
Είναι Κυριακή πρωί
το λιμάνι μας καρτερεί
Σήμερα είναι η μέρα μου
που θα μπεις στην βρατσέρα μου

Κλαίει το μαϊστράλι
και σαν μας βγάλει στο πέλαγο
θα στο πουν με χάρη
οι άσπροι γλάροι πως σ'αγαπώ


Μουσική - Στίχοι: Βασίλης Γραμματικόπουλος
Ερμηνεία: Μανώλης Μητσιάς
δίσκος 45 στροφων

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Νικηφόρος Βρεττάκος: Το παιδί που έγινε ποιητής




" Όταν ήμουν παιδί, με είχε φιλοξενήσει για τρεις μήνες στο σπίτι της στον Πειραιά, η αδερφή του πατέρα μου, η θεία μου η Πιπίτσα και ο άντρας της Νικηφόρος Βρεττάκος. 
Τότε οι καιροί ήταν δύσκολοι για τους γονείς μου, κι εγώ μια ξεριζωμένη δωδεκάχρονη από τη Θεσσαλονίκη, που θα ακολουθούσε τη μοίρα των μεταναστών με βαπόρι φορτηγό για την άλλη άκρη του κόσμου. Τα ξαδέρφια μου, τα παιδιά τους δηλαδή, η Τζένη και ο Κώστας μού άνοιξαν την αγκαλιά τους.
«Θείε Νίκη» φώναζα τον ποιητή και του άρεσε. Με φώναζε Νανά. Μού χάριζε τον χρόνο του, μάντευε τις δυνατότητές μου, κι έλεγε ιστορίες. Με την ήρεμη προσωπικότητά του, το στοχαστικό του χαμόγελο, φύτεψε μέσα μου την πίστη στον άνθρωπο, στη φύση, στην αγάπη, όπως και στην έννοια του χρέους προς την κοινωνία. Τα λόγια του με βοήθησαν στη δύσκολη πορεία μου προς το άγνωστο. Ορίζοντες μεγάλους άνοιξαν στη ζωή μου τα ποιήματά του.
Τον θυμάμαι να κάθεται σταυροπόδι, στην καρέκλα της κουζίνας και να καπνίζει. Στα κουτιά των τσιγάρων έγραφε στίχους των ποιημάτων του, για να σώσει την έμπνευση της στιγμής· μεσήλικας τότε, με πρόωρες βαθιές ρυτίδες που σκοτίδιαζαν το φαρδύ του μέτωπο. Εκεί άκουσα πρώτη φορά για την Πλούμιτσα, τον ερημότοπο στον οποίο αποτραβιόταν μέχρι το τέλος της ζωής του για να γράψει. 
«Τα παιδικά μου χρόνια» έλεγε, «οι μνήμες του τόπου μου, έβαλαν τις βάσεις του κόσμου που εκφράζω σήμερα: Την απέραντη αγάπη για τον άνθρωπο. Το θαυμασμό μου για τη φύση. Η ποίηση είναι ένα είδος μαγείας, κατασκευασμένο με ό, τι λεπτότερο και ευγενέστερο κλείνει στο βάθος της η ανθρώπινη ψυχή». "

Αθηνά Μπίνιου , συγγραφέας παιδικών βιβλίων.

Μικρό απόσπασμα από κείμενο δημοσιευμένο στην εφημερίδα Μικρός Αναγνώστης

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Γιώργος Σεφέρης , Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας

Αυτό το αφιέρωμα επιχειρεί μια διαφορετική προσέγγιση του ποιητή Γιώργου Σεφέρη, που έφυγε από τη ζωή μια μέρα σαν τη σημερινή πριν 41 χρόνια, μέσα από την παρουσίαση  του ταξιδιωτικού χρονικού του ποιητή:

 " Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας" 

" Το ταξίδι του Σεφέρη έγινε το 1950, την αυγή της εποχής του μαζικού τουρισμού , σε μια περίοδο που ελάχιστοι Έλληνες μπορούσαν να ταξιδέψουν και ίσως ακόμη πιο λίγοι γνώριζαν για τα μνημεία της Καππαδοκίας. Οι Τρεις μέρες όμως δεν είναι ένας προχωρημένος τουριστικός οδηγός, όπως αυτοί που θα γραφτούν μετά την έλευση του Σεφέρη , αλλά ένα οδοιπορικό όπως εκείνα που γράφονταν από τους περιηγητές των προηγούμενων αιώνων. Είναι μια μοναδική περιγραφή του τοπίου και των μονόπετρων εκκλησιών της περιοχής, μια αποτίμηση της μεσοβυζαντινής ζωγραφικής και συνάμα και πολύ περισσότερο είναι ένα δοκίμιο για την ελληνική παράδοση , ένας ύμνος στην παράδοση του δημοτικισμού...

Ο Σεφέρης ήταν ο διαβασμένος ταξιδιώτης , ο σοφός περιηγητής` θυμίζει λίγο τους δυτικοευρωπαίους ευγενείς και λόγιους που περνάνε από τα μέρη της Μικράς Ασίας  κάνοντας το μεγάλο γύρο της Ανατολής. Στο δρόμο τους εκείνοι ανακάλυπταν τα σπαράγματα του αρχαίου κόσμου. Εκείνος φαίνεται ότι στα μνημεία της Καππαδοκίας ανακαλύπτει το Βυζάντιο και την τέχνη του ,ή όπως λέει ο ίδιος " τα αφιερώματα στο θεό ενός σβησμένου κόσμου"..."(1)
" ...Από την πρώτη στιγμή της δημοσίευσης του το ταξιδιωτικό χρονικό του Γιώργου Σεφέρη απέκτησε εμβληματικό χαρακτήρα. Ως κείμενο αναστοχασμού συμπυκνώνει το πνευματικό κλίμα που συνδέθηκε με τον κύκλο των Μerlier και καθόρισε τη φιλοσοφία του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών: η Μικρά Ασία γίνεται μια άσκηση πνευματική , μια πρόκληση  ανάκτησης του χαμένου κόσμου μέσα από τη γνώση, την κατανόηση , τη μέθεξη στη γοητεία του. Αυτή η άσκηση δεν εκτρέπεται ποτέ σε αγοραίο συναισθηματισμό, εχθρότητα, ευτελή ρητορεία , αλλά λειτουργεί ως κάθαρση ελέγχοντας τη θλίψη και το συναίσθημα της απώλειας δια της εμμονής στους κανόνες του λόγου και της επιστήμης που υπόσχεται μια πιο ουσιώδη και πνευματική ικανοποιητική ανταπόδοση : την αναπαλλοτρίωτη γνώση των πραγμάτων..."(2)
"...η μοίρα τον οδήγησε κάποτε να περιπλανηθεί στην πολύπαθη γη των πατέρων του (των Ελλήνων) στη μακρινή Καππαδοκία. Από το τριήμερο αυτό ταξίδι μάς άφησε ένα οδοιπορικό , Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας, βιβλίο εξαντλημένο - που ξανατυπώνεται τώρα - αλλά στην αναδημοσίευσή του στους δυο τόμους των Δοκιμών , ο Σεφέρης κάνει μια μικρή αλλαγή στον τίτλο. Τα λόγια του:"...πρόσθεσα εδώ, στον τίτλο, τη λέξη " πετροκομμένα", ντόπια λέξη που θα ευχόμουν να μη χαθεί".
Μιλάει ο ποιητής... Ο Σεφέρης δεν λησμόνησε ποτέ - στην κυριολεξία σεβάστηκε - το σολωμικό " υποτάξου " στη γλώσσα του λαού . Ο λαός , κλειδοκράτορας της γλώσσας και ποιητής ο ίδιος , είναι και ο παραδοσιακός δάσκαλος όλων των ποιητών . Ο ποιητής Σεφέρης δεν το παράβλεψε αυτό ποτέ στη δουλειά του. Ακολούθησε το " υποτάξου" του Σολωμού και, τελικά, έμαθε πως η τέχνη - κάθε τέχνη ( και η λαϊκή τέχνη των μοναστηριών της Καππαδοκίας) - δεν είναι παρά μια ατελείωτη υποταγή.."(3)
" Μοναδικός οδηγός μου σ΄αυτό το ταξίδι στάθηκε, από κάθε άποψη , το έργο του Guillaume de Jerphanion, de la Compagnie de Jesus: Les Eglises Rupestres de Cappadoce, Παρίσι....και τρία πλούσια λευώματα με φωτογραφίες , σχέδια και χάρτες) Είναι ένα καταπληκτικό μνημείο γνώσης , κριτικής διάνοιας και χριστιανικής πίστης` δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι έσωσε πραγματικά τις εκκλησίες της Καππαδοκίας. Σ΄αυτό ανήκει η κριτική και ιστορική αφετηρία των σκέψεων που διατυπώνω και σ΄αυτό πρέπει να στραφεί κανείς αν θέλει να τις ελέγξει. Το αναφέρω γράφοντας : ο οδηγός μου` ειδικές παραπομπές δεν κάνω` μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις σημειώνω σημειώνω μέσα σε παρένθεση τον αριθμό του παρεκκλησιού που παραπέμπει στο χάρτη του...(4)
"Προς Κόραμα,
 Σάββατο , 15 Ιουλίου 1950

Πήραμε το πρωινό μας κάτω από τις λεύκες του χτεσινού καφενέ και ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί για τα Κόραμα...
Καθίσαμε μια στιγμή στο πεζούλι...της ταράτσας. Μπροστά μας το τρελό τοπίο απλωνότανε σαν ένας δίσκος με ακατανόητα παιχνίδια. Πέτρες κάθε λογής και κάθε διαμόρφωσης από τα στοιχεία της φύσης ή από τα χέρια των ανθρώπων. Τρύπιες πέτρες , φαγωμένες από τα νερά, λαξεμένες κούφιες από μέσα , με πελεκητά πορτοπαράθυρα. ...Θυμόμουν σπίτια ξεκοιλιασμένα από τη γνώριμη αδιαντροπιά πρόσφατων καταστροφών. Φθορά από τη μοίρα της γης, φθορά από τη μοίρα των ανθρώπων. Τα χειμωνιάτικα νερά γεμίζουν τις ρωγμές των βράχων , παγώνουν, διαστέλλονται και τους σπάζουν. Οι άνθρωποι ξεχύνονται κάποτε κοπάδι σαν την ακρίδα και ξεκληρίζουν τα πάντα. Άκουες πάλι να γυρίζει στο πλευρό σου η ρόδα της ζωής και του θανάτου.

Στην καρδιά του καλοκαιριού , κι ο αγέρας ήταν δροσερός και ζωοδότης...Το φως που δυνάμωνε έδινε στους κώνους και στα βαριά παραπετάσματα των βράχων βαφές αλαφριές γκρίζες, ρόδινες ή χρυσές. Ο ουρανός είχε ένα θαυμάσιο μαβί. Λίγο πιο πέρα , τ΄απομεινάρι ενός μικρού θόλου προστάτευε ακόμη με τρυφερότητα , όπως θα το είχες κάνει με την παλάμη σου, τη ξεβαμμένη στόριση ενός Αϊ - Γιώργη Καβαλάρη . Αραιά , όπου βρισκόταν λίγο χώμα, αυτό το άσπρο χώμα της Καππαδοκίας, αχλαδιές, κολοκυθιές, βερυκοκιές, αμπέλια. Όχι μεγάλη βλάστηση εδώ στα Κόραμα...
Μολαταύτα , το βαθύ κίτρινο από τα βερύκοκα δίνει μιαν αλλιώτικη ζωή στον εντάφιο τούτο τόπο.

Άναψα ένα τσιγάρο και συλλογίστηκα  παράξενα:
" Αφού μπορείς ακόμη να φυσήξεις ένα σπίρτο, ο κόσμος όλος είναι δικός σου".

Έπειτα η σκέψη γλίστρησε ανεξέλεγκτα και ψιθύρισε:
    Βασίλειος ο Διγενής και θαυμαστός Ακρίτης,
των Καππαδόκων το τερπνόν και πανθαλές τε ρόδον,
   ο της ανδρείας στέφανος, η κεφαλή της τόλμης.

....Η τρωγλοδυτική ζωή πρέπει να ήταν ένα πολύ βαθιά ριζωμένο ορμέφυτο σ' αυτά τα μέρη....την τρωγλοδυσία την επέβαλαν οι συνθήκες τούτου του σταυροδρομιού κάθε επιδρομής, κάθε αρπαγής, κάθε επίδρασης. Το βλέπεις καθαρά όταν προσέξεις στα παχιά τοιχώματα τις χοντρές χαραματιές , σε σχήμα Γ, φτιαγμένες για να δέχονται το δοκάρι που ασφάλιζε τις σφαλισμένες τους πόρτες. Ακόμη περισσότερο όταν σου δείξουν τις υπέρογκες μυλόπετρες που κυλούσαν για να κλείσουν τις εισόδους των μοναστηριών. Μεγάλα μοναστήρια..."(5)

" Η Εκκλησιά των Σπαθιών είναι λαξεμένη στο πλευρό της ρεματιάς, λίγο παραπάνω από την κοίτη ενός ξεροπόταμου. Αν γυρίσεις και κοιτάξεις πίσω σου, καθώς μπαίνεις, βλέπεις στην άλλη όχθη, ένα σύμπλεγμα από χαλασμένα λαξέματα που υποβαστάζουν ένα ανάερο τοίχωμα δείχνοντας τις πόρτες και τα παράθυρα του ατζιόρνο. Η αρχιτεκτονική μορφή του " εγγεγραμμένου σταυρού". Νάρθηκας δεν υπάρχει πια. Τέσσερις χοντρές κολόνες , βαριά κεφαλάρια, τετράγωνες ογκώδεις βάσεις: ολόκληρο το σύστημα δίνει το συναίσθημα του βάρους. Η αριστερή κολόνα εμπρός και η δεξιά πίσω λείπουν , οι άκρες των τόξων κρέμονται στον αέρα. Δεν υπάρχει εικονοστάσι. Στην κόγχη του ιερού, βλέπεις το βράχο γυμνό με δυο -τρεις παχιές ουλές πέρα για πέρα, σαν το αποτύπωμα ενός σπαθισμένου μετώπου. Στις τοιχογραφίες πολλά άσπρα ξεφλουδίσματα` τα χρώματα σκούρα` κάμποσα πράσινα και καφετιά: ίσως ο καιρός να τα σκοτείνιασε πολύ. Ολόκληρο το έπος της ζωής του Χριστού ξετυλίγεται γύρω σου σε κύκλους..." (6)

"...To οδοιπορικό εμπεριέχει μια συμβολική χειρονομία, στήνει μια γέφυρα ανάμεσα  στους δυο λαούς.
" Δεν αισθάνομαι μίσος. Το πράγμα που κυριαρχεί μέσα μου είναι το αντίθετο του μίσους , μια προσπάθεια να χωρέσει ο νους μου το μηχανισμό της καταστροφής", σημειώνει λίγους μήνες μετά την περιπλάνησή του ο ταξιδιώτης, όταν προσπερνά τα αποκαϊδια της πυρκαγιάς στη Σμύρνη. Φράση άξια να μνημονευτεί - ανήκει σε κάποιον που κατέχει το προνόμιο της δημιουργίας: ο συγγραφέας δεν δουλεύει μόνο με την μνήμη - σαν ασκητής. Διαλέγεται με τον γραπτό πολιτισμό , καταφεύγει στη λογιοσύνη των άλλων, χειρίζεται την ιστορική πληροφορία - με τον δικό του τρόπο, και πάλι . Ως δημιουργός μετουσιώνει την πρώτη ύλη , μεταποιεί το πράγμα: το τραγικό διαδραματίζεται εντός του, αλλά συγχρόνως κείται έξω έξω από αυτόν - έχει μεταγγιστεί στις φλέβες  της ποίησής του .
 Είναι η ελευθερία του ποιητή.

Στα μέσα του 20ου αι. ο Γιώργος Σεφέρης , ψυχή εκ γενετής ξενιτεμένη, επιστρέφει στον πραγματικό χώρο , προσεγγίζει σωματικά τη γενέτειρα , και γράφει το οδοιπορικό από αυτοψία: εκπατρισμένος αλλά πολίτης του κόσμου"(7)

1.Άννα Μπαλιάν , " Αφιερώματα στο Θεό ενός σβησμένου κόσμου
2.Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Η Καππαδοκία του Γιώργου Σεφέρη
3.Ζήσιμος Λορεντζάτος, Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας, Πρόλογος
4. Γιώργος Σεφέρης, Σημείωμα
5,6Γιώργος Σεφέρης , Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας
7.Ιωάννα Πετροπούλου, Το εφόδιο του ποιητή(Επίμετρο)

Τα κείμενα και οι φωτογραφίες  βρίσκονται στην τέταρτη έκδοση του οδοιπορικού του Γιώργου Σεφέρη Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας που εκδόθηκε από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών και την  εφημερίδα Τα Νέα

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Κραυγή δέκατη πέμπτη

Βάσω Κατράκη, Σύνθεση

Μιλάω με σπασμένη φωνή… δεν εκλιπαρώ τον οίκτο σας
Μέσα μου μιλούν χιλιάδες
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού, σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού
Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε η βροντή της
Η γενιά μου καταδιώχτηκε σα ληστής
Σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν στα νοσοκομεία
Κραύγαζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά αποσπάσματα
Τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί, καπνίζαν εφημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη
Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώσαν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα
Καταλάβαμε τη δύναμή μας… και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους……….


Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Γη των απουσιών


Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.
Ἡ διάθεση νὰ σὲ ἐντοπίσω
στὴ συστρεφόμενη ἐντός μου γῆ τῶν ἀπουσιῶν
ἔτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια ἀοριστία.

Ἐκεῖ δὲν ἔχει ἀκόμα νυχτώσει
κι ἂς νύχτωσε τόσο ἐδῶ
τῶν τόπων οἱ κρίσιμες ὧρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σὰν φῶς καὶ οὔτε φῶς,
ἡ ὥρα τοῦ ἐαυτοῦ σου ἔχει πέσει.

Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοῦ νεροῦ.
Τὰ ρηχά, ἔχουν κι αὐτὰ
τὰ βάσανά τους καὶ τὰ γλέντια τους.

Τώρα θὰ ἔχουν λύσει τὰ μαλλιά τους
οἱ ἁγνὲς ἡσυχίες τριγύρω
μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις
γυναῖκες σου ἐκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Ἡ σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν ἀέρα
κι ἀνεβαίνει. Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.
Ποῦ ξέρω ἐγὼ τὰ εὐαίσθητα σημεῖα τοῦ πελάγους
γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;

Θὰ κοιτάζεις μία ἔρημη θάλασσα.
Τὸ βλέμμα σου δὲν παραλλάζει
ἀπὸ πλαγιὰ ποὺ γλυκὰ
καὶ μ᾿ ἀνακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μὲς στὴν ἀπομάκρυνση.
Ἀναπνέεις μὲ τὸ στέρνο τῶν μακρινῶν ἠρεμιῶν,
ποὺ ἔχω γι᾿ αὐτὲς διαβάσει
στοὺς πολύτομους κόπους ποὺ ἔδεσα.
Σ᾿ ἕνα ἀβαθῆ σου στεναγμὸ βούλιαξε ἕνα βαπόρι.
Δὲν θὰ ἤτανε βαπόρι. Θὰ ἤτανε σκιάχτρο
στὰ ὑγρὰ περβόλια τῆς φυγῆς
νὰ μὴν πηγαίνουν οἱ διαθέσεις
νὰ τὴν τσιμπολογᾶνε.

Ἡ τερατώδης τοῦ πελάγους δυνατότητα,
ἡ κίνηση τοῦ πλάτους,
φθάνει στὰ πόδια σου ἀφρός,
ψευτοεραστὴς στὰ πρῶτα βότσαλα.
Τοὺς σκάει ἕνα φιλὶ καὶ ξεμεθάει.


Κική Δημουλά

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Στην ποίηση έδωσα την ψυχή μου...

     Πάνε αρκετά χρόνια από τότε που επιστρέφοντας στην πατρίδα μου, στο κλειστό τώρα πατρικό μου σπίτι στην "Πλούμιτσα", δε βρίσκω πια τους πρώτους μου στίχους. Ήμουνα δέκα χρονών όταν τους έγραψα στο βορινό παράθυρο της σάλας, πίσω από το παραθυρόφυλλο, με μαύρο μολύβι.

        Αυτά εγώ τα έγραψα την έκτην Ιουλίου
       ώρα επτά που βράδιαζεν με δύσιν του ηλίου

     Ο χρόνος τούς σκούπισε προσεχτικά, τα ίχνη του μολυβιού χάθηκαν, όπως το νερό που εξατμίζεται. Έμεινε μόνον η χρονολογία, χαραγμένη όπως ήταν μ' ένα μικρό σουγιά: " 1922".
Αυτή η " αρχή" με συγκινούσε όταν έφηβος, και άντρας αργότερα, ξαναγύριζα σ΄αυτό το σπίτι, που πανύψηλες βελανιδιές στις γωνιές του το παραστέκαν, προστατεύοντάς το από τους κεραυνούς των μοναδικών σε βιαιότητα καιρών που μάχονται αυτή την ατίθασα ξανεμισμένη μοναχική κορφή, την εκτεθειμένη στους ουράνιους κινδύνους. Είδα πολλές φορές αυτούς τους πράσινους σωματοφύλακες λαβωμένους με διαμπερή τραύματα, κι έβαλα πολλές φορές το δάχτυλό μου σ΄αυτές τις πληγές, που ποτέ δε στάθηκαν θανάσιμες γι' αυτά τα αιωνόβια δέντρα.

     Αυτοί οι πρώτοι στίχοι που σβήστηκαν κι αυτές οι πληγές που, ακριβώς οι ίδιες, επουλώθηκαν, ήταν πράγματα που συνδέθηκαν με κάτι βαθύτερο μέσα μου. Δεν μπορώ να ειπώ πως δε ξέρω ακριβώς γιατί. Οι απλοϊκοί αυτοί στίχοι αποτελέσανε την απαρχή της μοίρας μου και, σήμερα, ξαναδιαβάζοντας όλα τα ποιήματα που έγραψα στη ζωή μου, προκειμένου να κάνω αυτή την Εκλογή, έζησα μνήμες και μνήμες. Ξανάζησα την οδύνη πολλών επουλωμένων πληγών της ίδιας μου της ύπαρξης, πληγών που επίσης δε στάθηκαν τελικά θανάσιμες....

....Στην ποίηση αυτή, λοιπόν, από σιγά σιγά, και χωρίς να το καταλάβω, έδωσα την ψυχή μου. Και χωρίς να είμαι βέβαιος ότι είμαι ποιητής, ξέρω τώρα πως δεν είμαι τίποτε άλλο. Θα μου ήταν αρκετό αν τουλάχιστον βεβαιωνόμουνα πως με μέσο αυτή την ποίηση έκαμα το χρέος της ζωής μου. Το χρέος μου όχι στη σχέση του με τους άλλους, αλλά στη σχέση του με τον εαυτό μου. Κι αυτό , γιατί χρέος δε θα ειπεί να χτίσεις μόνος σου ένα ολόκληρο σπίτι ή να μεταμορφώσεις μια ολόκληρη περιοχή. 
Χρέος θα ειπεί να προσφέρεις τον οβολό της δύναμής σου , με όλη σου την ειλικρίνεια και με όλη σου την αγάπη, στην υπόθεση της ζωής, που και μετά από σένα δε θα πάψει να συνεχίζεται, και να διατηρήσεις έτσι το σύνδεσμό σου και την αδελφικότητά σου με το μέλλον...(αποσπάσματα)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Εξομολόγηση στον αναγνώστη, Ποταμός, Αθήνα 2012

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

ο δρόμος είναι της καρδιάς κι αυτό που αγαπάς εκεί να αναζητάς



Στίχοι: Παρασκευάς Καρασούλος
Μουσική: Θύμιος Παπαδόπουλος
Ερμηνεία: Μάριος Φραγκούλης - Μανώλης Λιδάκης

Το μαγικό βουνό
του Αλχημιστή το θησαυρό
ψάχναν δυο φίλοι κάποτε να βρουν
και τη χαρά να μοιραστούν

Ξεκίνησαν μαζί
μα γρήγορα έγιναν εχθροί
ο ένας ζήταγε να βρει χρυσό
ο άλλος το αθάνατο νερό

Ποτέ τα αστέρια μη ρωτάς
τι κρύβουνε για μας
σε ποιο όνειρο χρωστάς
ο δρόμος είναι της καρδιάς
κι αυτό που αγαπάς
εκεί να αναζητάς

Το Μαγικό Βουνό
του Αλχημιστή το θησαυρό
δυο φίλοι ψάχναν κάποτε να βρουν
κι απ' τους καημούς τους να σωθούν

Τους χώρισε η ζωή
η Δύση κι η Ανατολή
ο ένας βρήκε ένα μυστικό
κι ο άλλος βρήκε ένα βουνό

Η γλυκειά μελαγχολία του Σεπτέμβρη

Μετά τη χθεσινή  απογευματινή βροχούλα , ο ήλιος ξεπρόβαλε φλεγόμενος



Οι πρώτες ομίχλες ιχνογραφούν το υγρό φθινοπωρινό πρωινό 





 Η γαλάζια γαλήνη της θάλασσας εξισορροπεί το γαλακτώδες χρώμα της ομίχλης



Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Στο Σαντιάγκο, στης σφαγής τα χρόνια, πέσαν πολλοί και πού να βρεις ονόματα



Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΟΠΕΡΑΤΕΡ
Δίσκος: Πολιτικά Τραγούδια (1975)
Τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη
Μουσική Θάνου Μικρούτσικου, σε ποίηση Βολφ Μπίρμαν (μετάφραση Δημοσθένη Κούρτοβικ)

"Στο Σαντιάγκο, στης σφαγής τα χρόνια, πέσαν πολλοί
και πού να βρεις ονόματα
Και με μια λέξη -- να ποια είναι η Χιλή -
κάποιος που ταινία γυρίζει τη σκηνή του φόνου του

Αχ,
η δύναμη βγαίνει απ' τις γροθιές
κι όχι από πρόσωπα καλοσυνάτα -
από στόμια βγαίνει η δύναμη
κι όχι από τα στόματα

Σύντροφοι γνωστό αυτό -
ήταν, είναι, και μένει αληθινό.
Κι αυτή είναι η πικρή αλήθεια της Unidad Popular

Αυτό το φιλμ μάθημα ας μας γίνει.
Είδα τη δουλειά των στρατιωτών
το μακέλεμα
Είδα σκηνές που όλοι γνωρίζουν
- το λαό να τρέχει στο λιθόστρωτο
για να σωθεί

Και τα τουφέκια να σαρώνουνε τους δρόμους
και προλετάριους να ξαπλώνονται νεκροί
είδα τις σφαίρες να ξεσκίζουν τα παιδιά
και τις γυναίκες να ρίχνονται πάνω στους νεκρούς

Αχ,
η δύναμη βγαίνει απ' τις γροθιές
κι όχι από πρόσωπα καλοσυνάτα -
από στόμια βγαίνει η δύναμη
κι όχι από τα στόματα

Σύντροφοι γνωστό αυτό -
ήταν, είναι, και μένει αληθινό.
Κι αυτή είναι η πικρή αλήθεια της Unidad Popular

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Νοσταλγία με τη φωνή του Carlo Buti












Η φωνή του Carlo Buti  πλημμυρίζει το δωμάτιο με άρωμα νοσταλγικό. Έχω μιαν αδυναμία στα παλιά ιταλικά τραγούδια που έχουν αυτό το χαρακτηριστικό οπερετικό ύφος σε συνδυασμό με στοιχεία λαϊκής μουσικής. 
Ο Carlo Buti  έχει μια ιδιαίτερα απαλή , μελωδική και ζεστή   φωνή . Τον αποκάλεσαν " χρυσή φωνή της Ιταλίας" και τον θεώρησαν το αντίστοιχο του Frank Sinatra και  του Bing Crosby.
Ίσως ο πιο σημαντικός Ιταλός τραγουδιστής του 20ου αι.