Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

Χειμωνιάτικο βράδυ

 
  Τι να κάνεις μ' αυτόν τον χιονόκαιρο; Και να μην έχεις και θέρμανση. Κλείνουμαι από νωρίς στην κάμαρά μου, ανάβω τη λάμπα μου και διαβάζω κανένα βιβλίο. Καλό πράμα τα βιβλία, κι ας τα καταριέμαι καμιά φορά. Φίλοι. Πιστοί φίλοι. Δε σ΄εγκαταλείπουν ποτέ. Φιλολογία, φιλοσοφία, κοινωνιολογία, πολιτική οικονομία, ιστορία, μυθολογία, ψυχολογία, μυθιστόρημα, ποίηση - προπάντων ποίηση. Πότε πότε, βέβαια, νιώθω το μυαλό μου παραφορτωμένο σα να κρατώ στην κορφή του κεφαλιού μου κάμποσες στάμνες τη μια πάνω στην άλλη και φοβάμαι μην πέσουν και σπάσουν. Γι΄αυτό πρέπει να στέκω ασάλευτος, ντούρος, κοιτάζοντας ίσα μπροστά μακριά, πολύ μακριά για να κρατήσω την ισορροπία μου. Μα το γκαρσόνι του εστιατορίου κρατάει στο χέρι του ένα δίσκο με πιότερο από δέκα ξέχειλα πιάτα, λογιώ λογιώ φαγιά, και μετακινείται ανάμεσα σε τόσα τραπέζια και καρέκλες με αφάνταστη ευκολία, ευλυγισία και μάλιστα με χάρη χορευτή. Δοκιμάζω κι εγώ να κουνήσω το κεφάλι μου μπροστά στον καθρέφτη. Εντάξει δεν έσπασε τίποτα.

    Κάποιες φορές πάλι μένω αμήχανος ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου (ιδίως της φιλοσοφίας ή της αισθητικής) σαν τον φουκαρά τον Φερναντέλ ανάμεσα στα μακριά σαν εξαρθρωμένα χέρια του και στα φαρδιά βρακιά του που οι τσέπες τους χάσκουν χαζεύοντας την ίδια του τη σαστιμάρα. Άξαφνα πιάνει δυνατή νεροποντή. Μουσκεύει ολόκληρος και τα σάλια του τρέχουν. Ωστόσο απλώνει το ανοικονόμητο χέρι του και σιάχνει την τσάκιση του παντελονιού του με σπαρταριστή κοκεταρία. Γελάει κι ο ίδιος. Κάποιος φωνάζει : " Φερναντέλ, Φερναντέλ" . Ο Φερναντέλ στρέφει το ξεχαρβαλωμένο κορμί του. Κανένας. Ώστε , λοιπόν μπορεί να μείνει ο εαυτός του - αστεία χαριτωμένος, αθώος, άχαρος, αυτοευχάριστος και αυτοευχαριστημένος μέσα στην άγνοιά του - μια άγνοια τόσο αγνή και συμπαθητική που τον κάνει, ακόμη μια φορά, ( αλλά με μεγαλύτερη τώρα τρυφερότητα) να σιάξει την τσάκιση του παντελονιού του.

      Κι η βροχή συνεχίζει να χτυπάει πάνω στον τσίγκο του υπόστεγου σαν ένα πλήθος γραφομηχανές που τις χειρίζονται φτωχές δαχτυλογράφες γράφοντας αιτήσεις ανέργων για κάποιο χριστουγεννιάτικο κουτσοεπίδομα. Ωστόσο τα βιβλία είναι μια συντροφιά μοναδική για το χειμώνα. Μόνο που τα λογοτεχνικά βιβλία είναι κάπως μονότονα. Όλα το ίδιο περίπου λένε πίσω απ΄το τέλος τους. Πως τίποτα δεν αξίζει πάρεξ το χαρτί και το μελάνι. Και πως όλα τα πάντα γίνονται για να γράφουν οι συγγραφείς βιβλία ( αφού όλα τούτα γίνονται μονάχα για να δίνουν στο στίχο σου αφορμή - που λέει και κάποιος ποιητής). Καμιάν αντίρρηση δεν έχω.

     Με κάνει όμως να δυσφορώ το γεγονός πως από μέρες έχει κοπεί ένα κουμπί του παλτού μου. Το΄χω φυλάξει στην πάνω αριστερή τσέπη του γιλέκου μου. Και τ΄άλλα δυο κουμπιά είναι ετοιμόρροπα.. Κάθε πρωί το θυμάμαι, στρίβω τις κλωστές να τα στερριώσω όπως όπως και λέω πως το βράδυ οπωσδήποτε θα τα ράψω. Απόψε όμως δεν παίρνει αναβολή. Καλά που το θυμήθηκα. Παρατάω ανοιχτό το βιβλίο στο τραπέζι, περνάω την κλωστή στη βελόνα κι ετοιμάζουμαι σαν πολεμιστής να κάνω έφοδο, να νικήσω έναν τρομερό αντίπαλο και να ησυχάσω πια πάνω στις δάφνες μου. Μα δε βρίσκω το κουμπί. Αναποδογυρίζω όλες τις τσέπες μου, βλαστημώ, ανακατεύω όλα τα συρτάρια μου, πετάω χάμου τις κουβαρίστρες, χάνω στο τέλος και τη βελόνα. Τα παρατάω , λοιπόν, όλα, αφήνω πίσω μου μια κάμαρα αναστατωμένη, κόβω και τα υπόλοιπα κουμπιά και βγαίνω στο δρόμο, μες στο γερό κρύο, μ΄ανοιχτό πανωφόρι. Αν τώρα με ρωτούσε κάποιος γιατί γυρνάω ξεκούμπωτος, θα του΄λεγα πως έτσι μ΄αρέσει εμένα, πως εγώ δεν κρυώνω και θα γελούσα δυνατά για να μην ακούγεται το χτύπημα των δοντιών μου. Πιο κάτου μάλιστα θα΄βγαζα το παλτό μου, θα΄βγαζα και το σακάκι μου, θα τα κρατούσα στο χέρι μου ( ασίκης, βλέπεις) ξέροντας πως αύριο θα' πεφτα στο κρεβάτι με βρογχοπνευμονία. Ποιος θα με κοιτάξει τότε; ποιος θα μου ψήσει ένα γάλα; Ποιος θα τινάξει το θερμόμετρο που ο υδράργυρος θα φτάνει το 42; Και το άπλυτο ποτήρι στο κομοδίνο θα γυαλίζει κάθε πρωί σαν γυάλινο φέρετρο ενός πουλιού. Και μόνο μια λεπτή λουρίδα φως, μπαίνοντας απ΄τη χαραματιά της πόρτας, θα μετατοπίζεται αργά στο σκονισμένο πάτωμα σαν το μακρύ ωροδέιχτη ενός αόρατου ρολογιού που σχεδιάζει τον τελευταίο μου κύκλο. Μα το θεό, συγκινήθηκα. Τρέχει η μύτη μου. Μα να το, καλέ, το κουμπί. Πάνω στο τραπέζι. Να κι η βελόνα με την κλωστή. Πλάι του. Ράβω το κουμπί στη θέση του. Στεριώνω και τ΄ άλλα δυο κουμπιά . Τι καλά, θε μου. Κουμπώνομαι(γιατί και μέσα στο δωμάτιο φοράω το παλτό μου). Νιώθω ζεσταμένος και άξιος.

    Ω, ναι. Η μεγαλύτερη δυστυχία του κόσμου είναι η αναβολή. Κλείνω και τ΄ όμορφο βιβλίο σα να κουμπώνω τα τρία κουμπιά στο σακάκι ενός φίλου μου να μην του φύγει η ζεστασιά του. Τώρα, ας κροταλίζει όσο θέλει η βροχή πάνω στον τσίγκο. δεν είναι γραφομηχανές. Όχι, όχι. Είναι μικρά ταμπούρλα που συνοδεύουν ένα τραγούδι απ ΄ τα παιδικά μας χρόνια, πάνου στα καραούλια της Μονοβασιάς, προς την απέραντη Μυρτώα θάλασσα. Όι, όι, πικρή κι αξέχαστη πατρίδα.



Γιάννης Ρίτσος, Αρίοστος ο Προσεχτικός αφηγείται στιγμές του βίου του και του ύπνου του, Κέδρος , 1986, 3η έκδοση συμπληρωμένη

6 σχόλια :

oikodomos είπε...

Εξαιρετική ανάρτηση!
Ζέστανες το δικό μου βράδυ.
Να ΄σαι καλά.
Καλή δύναμη!

misoagnosti είπε...

Εξαιρετικό...
:)

sofia είπε...

"Κλείνω και τ΄ όμορφο βιβλίο σα να κουμπώνω τα τρία κουμπιά στο σακάκι ενός φίλου μου να μην του φύγει η ζεστασιά του."

Ευχαριστώ
Να' σαι καλά

sofia είπε...

Εξαιρετικό το πεζογραφικό έργο του Ρίτσου αν και λιγότερο γνωστό .

Ευχαριστώ
Να' σαι καλά

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...

O λόγος του Γ. Ρίτσου ποιητικός ή πεζός είναι κυριολεκτικά αδαμάντινος.

Θωμάς είπε...

"Η μεγαλύτερη δυστυχία του κόσμου είναι η αναβολή". Μου άρεσε πολύ αυτή η φράση όπως και ολόκληρο το κείμενο.