Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Μικρέ μου αλήτη...

                                         Bartolomé Estéban Murillo    
Μικρέ μου αλήτη, είσ΄ήρωας, μα συ δεν το γνωρίζεις,
στη μάχη αυτή που λέγεται Ζωή, γενναίος, παλεύεις,
δε νιάζεσαι για τ΄αύριο, μελλούμενα δε χτίζεις,
ζητάς να βγάλεις το ψωμί κι αν δε μπορείς, το κλέβεις.

Είσαι γυμνός και του βοριά τα δόντια είναι μαχαίρια,
που μπήγονται έτσι  αλύπητα στο εφηβικό σου σώμα,
κ΄η ανάσα σου είν΄ανίκανη τα μελανά σου χέρια
να σου ζεστάνει κι ούτε αυτός ο κόρφος σου ακόμα.

Με τις γυμνές τις φτέρνες σου χτυπάς τα καλντερίμια
κι ο κρότος τους είν' απειλή στους πρωινούς τους δρόμους,
λες και ζητά απ΄τα θέμελα να ρίξει σε συντρίμια
τον κόσμο που σε μάχεται, την κοινωνία, τους νόμους!

Ο αέρας παίρνει, ενώ φυσά, τα μαύρα τα μαλλιά σου,
που σα λουρίδες λάβαρου σκόρπια τα κυματίζει, 
και κομματαιάζει τραγικά τη διάφανη λαλιά σου
και σου γυρνάει το σάλιο σου, σαν φτεις και σε ραπίζει!

Πηγαίνεις κόντρα στο βοριά, κόντρα στον κόσμο όλο,
ζητώντας με τα χέρια σου μια νίκη να κερδίσεις,
μα, μες στο μαύρο βλέμμα σου που καίει σπινθηροβόλο,
βλέπω πως γρήγορα γι΄αργά, φτωχέ μου, θ΄απαυδήσεις...

Τα δόντια σου είναι κάτασπρα και σφίγγουν στο θυμό σου
και φέγγουνε στο γέλιο σου σαν ξυραφιού λεπίδα,
ψηλό είναι κ΄υπερήφανο τ΄ωραίο το μέτωπό σου,
κι ανάμεσα του oλόβαθη της έγνοιας η ρυτίδα.

Είσαι πουλί δίχως φωλιά, παιδί ΄σαι δίχως σπίτι,
κι ενώ περνάς το δρόμο αυτό με βιάση αργά το βράδυ,
στρέφεις κρυφά το βλέμμα σου, μικρέ φτωχέ μου αλήτη,
με ζήλεια στα παράθυρα, που φέγγουν στο σκοτάδι.

Γιορτές...Δεν έχεις συ γιορτές, οι μέρες σου είν΄αγώνας
απ΄την αυγή ως το σούρουπο που θλιβερά βραδιάζει`
ξέρεις πως φέτος έφτασε πιο άγριος ο χειμώνας
κι έχεις της γύμνιας τον καημό, της πείνας το μαράζι.

Γιορτή, το ξέρω, είναι για σε τ΄ωραίο το καλοκαίρι,
που σπλαχνικά σε δέχεται κι όλο σού λέει: ξαπλώσου`
πο΄χει ένα δέντρο με δροσιά για σε το μεσημέρι,
κι ένα φεγγάρι σύντροφο, τη νύχτα, όλο δικό σου!

Γυρνάς και λές Χριστούγεννα, άγιο Βασίλη, Φώτα,
μα, μες στ΄αφτιά σου αδιάφορα χτυπάνε όλα τα λόγια,
μικρέ μου αλήτη, αχ, ο βοριάς σού πάγωσε τα χνώτα,
κι αυτά τα κάλαντα , που λες ηχούν σα μοιρολόγια...

Με αυτό το ποίημα , που δημοσιεύτηκε το 1929 στη Νέα Εστία, πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία η Ρίτα Μπούμη -Παπά

Ρίτα Μπούμη - Παπά, Διάφορα Ποιήματα , Άπαντα, τ.1, Καρανάσης , Αθήνα 1981

2 σχόλια :

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...

Σπουδαία υπόμνηση.
Η πρώτη λογοτεχνική εμφάνιση της Ρίτας Μπούμη-Παπά!
Μπράβο Σοφία!

sofia είπε...

Ευχαριστώ Ευρυτάνα Ιχνηλάτη,

Να΄σαι καλά